Αλλάζουν τα πάντα αν βρούμε φυσικό αέριο, στους επόμενους μήνες, είπε ο Κ. Μητσοτάκης
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στην πιθανή ανακάλυψη φυσικού αερίου που θα αναβαθμίσει θεαματικά την ενεργειακή θέση της Ελλάδας, ανοίγοντας ένα τελείως νέο κεφάλαιο για τον ρόλο της χώρας στην περιοχή και στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, εστίασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την συζήτησή του με τον εκδότη του “Βήματος”, Γιάννη Πρετεντέρη, στο συνέδριο Athens Policy Dialogues “Η Ανατολική Μεσόγειος Αλλάζει”.
Σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη: «Αν βρούμε φυσικό αέριο αλλάζουν τα πάντα», αναφερόμενος στις ενεργειακές πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης, είπε ότι μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται η πρώτη απόπειρα εξόρυξης, κάτι που, αν αποδώσει, μπορεί να αλλάξει ριζικά τα δεδομένα, λέγοντας:
«Θέλουμε να γίνουμε πάροχοι ενεργειακής ασφάλειας για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιανατολικής Ευρώπης ώστε να φτάσουμε στο σημείο να είμαστε εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας. Ως προς το φυσικό αέριο, από εκεί που πριν από έξι χρόνια απλά εισάγαμε το φυσικό αέριο που χρειαζόμασταν, σήμερα διακινούνται από την Ελλάδα 17 δισ. κυβικά».
Αναφορικά με μια ενδεχόμενη συνάντηση με τον Ερντογάν, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι: «Το έδαφος είναι ώριμο για να μπορούμε να έχουμε το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας το πρώτο τρίμηνο του 2026», προσθέτοντας πως:
«Τον τελευταίο χρόνο είχαμε πολλές εκκρεμότητες. Αλλά ξέρετε, πολλές φορές θεωρούμε ότι και μια τέτοια συνάντηση πρέπει ντε και καλά να συνοδεύεται από κάποια θεαματική εξαγγελία. Δεν είναι προϋπόθεση αυτό. Μπορεί κανείς κάλλιστα να κάνει μια επισκόπηση των υφιστάμενων σχέσεων. Όπως σας είπα, έχουμε πολλούς τομείς συνεργασίας σε αυτό το οποίο αποκαλούμε “θετική ατζέντα”. Κάποιοι το λένε “θέματα χαμηλής πολιτικής“, αν και θεωρώ ότι είναι λάθος αυτή η ορολογία».
Υποστήριξε ότι: «Το να μπορούμε να συνομιλούμε σε τακτά χρονικά διαστήματα με την Τουρκία σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, θεωρώ επί της αρχής ότι είναι θετικό, όσο είμαστε τελείως ξεκάθαροι στη θέση μας, όσο έχουμε και ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας οι οποίοι πάντα είναι χρήσιμοι, γιατί και στην περίπτωση που μπορεί να συμβεί κάποιο απρόοπτο, πρέπει κάποιοι άνθρωποι να μπορούν να σηκώσουν ένα τηλέφωνο, να επικοινωνούν και να εκτονώνουν την όποια κρίση μπορεί να πάει να εξελιχθεί».
Συνεχίζοντας, ο πρωθυπουργός μίλησε και για τον ρόλο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και στη λύση του παλαιστινιακού ζητήματος, σημειώνοντας πως: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, επί προεδρίας Τραμπ, επέλεξαν να εμπλακούν στην επίλυση του Παλαιστινιακού με τρόπο πιο επιθετικό σε σύγκριση με προηγούμενες προεδρίες».
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι: «Η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο είναι αρκετά σύνθετη με πολλές χώρες να ασκούν τη δική τους ενεργή εξωτερική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Οι συνθήκες μεταβάλλονται, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με νέες προκλήσεις, νέα περιθώρια περιφερειακής συνεργασίας τα οποία η χώρα μας έχει σκοπό να αξιοποιήσει προς όφελος της αλλά και προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας και ειρήνης».
Για να επισημάνει ότι η στρατηγική σχέση Ελλάδας με το Ισραήλ έχει πλέον βαθιές ρίζες και είναι διαχρονική, με ενδεικτικό παράδειγμα το σχήμα 3+1, τονίζοντας πως από την πρώτη στιγμή της εφιαλτικής επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, η Ελλάδα υπερασπίστηκε το δικαίωμα του Ισραήλ να αμυνθεί, αναγνωρίζοντας ότι: «Η κυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα επικριτική, δημόσια αλλά και κατ΄ ιδίαν σε συζητήσεις που είχα με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η χρήση της βίας στη Γάζα είχε ξεπεράσει τα όρια της αναλογικής αντιμετώπισης μιας φρικτής τρομοκρατικής επίθεσης».
Για να ξεκαθαρίσει πως: «Πιστεύουμε στη λογική των δύο κρατών. Η αναγνώριση Παλαιστινιακού κράτους θα πρέπει να πληροί κάποιες προϋποθέσεις και να είναι ένα επόμενο στάδιο σε μια μακρά διαδικασία. Δεν είμαστε η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει αναγνωρίσει το κράτος της Παλαιστίνης. Θα γίνει κάποια στιγμή, αλλά πρέπει να τηρούνται κάποιες προϋποθέσεις».
Προσθέτοντας ότι: «όσα χρόνια είμαι πρωθυπουργός, η Ελλάδα έχει αναπτύξει ένα εξαιρετικά πλούσιο και πυκνό δίκτυο με τις Αραβικές χώρες. Η Ελλάδα έχει ανακτήσει την αξιοπιστία της στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, μπορεί να προσελκύει επενδύσεις».
Όσον αφορά στο ζήτημα της Λιβύης: «Υπάρχει μια συνθετότητα, για να το πω κομψά. Οφείλω να επισημάνω ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει κατορθώσει να έχει έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας και με τις δύο πλευρές, και την Τρίπολη και τη Βεγγάζη», διευκρινίζοντας πως: «Και με τη Ανατολική και τη Δυτική Λιβύη η χώρα μας έχει σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης. Ως προς τα ζητήματα που αφορούν τις διμερείς μας σχέσεις, όπως το μεταναστευτικό, είμαστε σε σαφώς καλύτερη κατάσταση».
Κατόπιν ο κ. Μητσοτάκης, υπενθύμισε ότι πριν από τη Διακήρυξη των Αθηνών το κλίμα με την Τουρκία ήταν ανησυχητικά τεταμένο. αλλά με τη Διακήρυξη των Αθηνών, επιβεβαιώνοντας ότι οι δύο χώρες μπορούν να διατηρούν μια λειτουργική σχέση, να συμφωνούμε ότι διαφωνούμε και να διαφωνούμε πολιτισμένα, όπως έγινε με τις μεταναστευτικές ροές οι οποίες έχουν μειωθεί κατά παραπάνω από 50% στο Ανατολικό Αιγαίο. Αναφέρθηκε και στο πρόγραμμα της VISA στα ελληνικά νησιά, το οποίο είχε θετικό αντίκτυπο στον ελληνικό τουρισμό.
Ωστόσο, σημείωσε ότι όπου χρειάστηκε, η Ελλάδα έθεσε όρια, επαναλαμβάνοντας ότι η Τουρκία δεν μπορεί να μπει στο SAFE, τονίζοντας ότι: «Αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για την Ελλάδα είναι η διαρκής ενίσχυση και ο εκσυχγρονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων», εξηγώντας πως πέρα από το πότε θα γίνει η επίσκεψη στην Ουάσινγκτον, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το συνολικό πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, υπογραμμίζοντας πως οι σχέσεις Ελλάδας–ΗΠΑ ήταν και παραμένουν εξαιρετικές, σημειώνοντας ότι η στρατηγική συνεργασία δεν επηρεάζεται από ζητήματα συγκυρίας ή χρονοδιαγράμματα.
Ολοκληρώνοντας, ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι μια τρίτη εκλογική νίκη θα ήταν πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα, τονίζοντας όμως ότι η δική του πολιτική ατζέντα κοιτάζει ήδη την τρίτη τετραετία, ενώ μιλώντας για το 2030 ως το μεγάλο εθνικό ορόσημο τα 200 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κάλεσε να σκεφτούμε:
« Πού θέλουμε να βρίσκεται η χώρα τότε. Πολλές από τις μεταρρυθμίσεις, εντάσσονται ακριβώς σε αυτό το μακροπρόθεσμο σχέδιο», δεχόμενος ότι η κυβέρνηση παλεύει με τη φυσιολογική φθορά του χρόνου, σημειώνοντας πως για αυτόν τον λόγο είναι αναγκαία η συνεχής ανανέωση.