Ανακούφιση στις τιμές της ενέργειας, αλλά η κρίση δεν έχει επιλυθεί, είπαν στην Oxford Economics
Aπέχουμε ακόμη πολύ από μια πλήρη επίλυση, στις τιμές της ενέργειας, ειδικά για το φυσικό αέριο, καθώς όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες ενός μεγαλύτερου πλήγματος στην ανάπτυξη, με τις ελλείψεις να αρχίζουν να γίνονται αισθητές, ακόμα και αν οι δευτερογενείς επιπτώσεις παραμείνουν περιορισμένες, ενώ η αύξηση των τιμών των καυσίμων πιθανότατα θα ωθήσει σύντομα τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης πάνω από το 3%.
Συγκεκριμένα, παρόλο που η ανακοίνωση μιας 15νθήμερης εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ/Ισραήλ και Ιράν έφερε μια αισιοδοξία για την επίλυση της σύγκρουσης, η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη, με τις ΗΠΑ αργότερα να ανακοινώνουν τον δικό τους αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και να προσθέτουν νέα αστάθεια στις τιμές της ενέργειας.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει σε σημερινή της έκθεση η διεθνής οίκος, η διέλευση μέσω των Στενών παραμένει σοβαρά περιορισμένη, επιβεβαιώνοντας την βασική άποψη της που υποθέτει ότι θα παραμείνει ουσιαστικά κλειστό μέχρι τα τέλη Απριλίου, με τις ροές να ανακάμπτουν σταδιακά στη συνέχεια.
Παράλληλα, βλέπει τις τιμές του πετρελαίου να παραμένουν υψηλές, με το Brent να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 112 δολάρια στο δεύτερο τρίμηνο, με τις τελευταίες εξελίξεις να συνεπάγονται έναν μικρό καθοδικό κίνδυνο για αυτήν την πρόβλεψη, καθώς οι τιμές κυμαίνονται κάτω από το όριο των 100 δολαρίων και η εκεχειρία καθιστά μερικά από τα χειρότερα αποτελέσματα λιγότερο πιθανά.
Παρ ολα αυτά, μια επικείμενη επίλυση της σύγκρουσης που θα μείωνε σημαντικά τις τιμές της ενέργειας είναι ακόμη απίθανη, με την Oxford Economics να βλέπει τις τιμές του πετρελαίου να παραμένουν υψηλές για το μεγαλύτερο μέρος του έτους, περίπου στα 80 δολάρια το βαρέλι μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Βέβαια, η χαλάρωση των εχθροπραξιών, σε συνδυασμό με τη χαμηλότερη ζήτηση από την Ασία, έχει φέρει κάποια ανακούφιση στις τιμές του φυσικού αερίου, οι οποίες έχουν μειωθεί κατά 20% τις τελευταίες δύο εβδομάδες και κατά περισσότερο από 30% από την κορύφωση που σημειώθηκε στα μέσα Μαρτίου, αποτελώντας τα καλύτερα νέα για την Ευρώπη.
Ταυτοχρόνως, οι ευρωπαϊκές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αντιδρούν επίσης λιγότερο στις κινήσεις του φυσικού αερίου και η πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ έχει προσφέρει μικρή ανακούφιση για τα εισαγόμενα καύσιμα, ενώ ο αντίκτυπος στον πληθωρισμό που ήταν μεγάλος, απέχει ακόμη πολύ από το να είναι καταστροφικός, με τον οίκο να σημειώνει προς το παρόν, πως απέχουμε ακόμη πολύ από μια επανάληψη της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Όμως στα στοιχεία του Μαρτίου, που έδειξαν ότι οι τιμές καταναλωτή στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν απότομα στο 2,6%, ο αρχικός αντίκτυπος στον πληθωρισμό είναι ήδη ορατός, με την άνοδο να οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις υψηλότερες τιμές των καυσίμων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 13,5% σε μηνιαία βάση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ακόμη και μετά την εφαρμογή φορολογικών περικοπών από ορισμένες χώρες για την προστασία των καταναλωτών από τον αντίκτυπο.
Τελικά, καθώς οι τιμές των καυσίμων συνεχίζουν να αυξάνονται, ο πόνος για τους καταναλωτές δεν έχει τελειώσει, με την Oxford Economics, να επισημαίνει πως το ντίζελ είναι ιδιαίτερα ευάλωτο στην τρέχουσα κρίση, με τις τιμές να αυξάνονται κατά 40% σε ετήσια βάση, αφού η έλλειψη δυναμικότητας διυλιστηρίων σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να εισάγει περισσότερο από αυτό σε υψηλότερες τιμές, εξέλιξη που είναι πιθανό να ωθήσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, πάνω από το όριο του 3% τους επόμενους μήνες, ακόμη και αν οι δευτερογενείς επιπτώσεις παραμείνουν περιορισμένες προς το παρόν.