Στην ανάγκη να χτίσουμε υγιεινές συνήθειες, εστίασαν οι Ε. Αγαπηδάκη, Β. Αδαμίδου, Α. Τριχοπούλου
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη, Για τη χώρα μας που βρίσκεται στην 3η θέση με τη μεγαλύτερη σπατάλη τροφίμων σ’ όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς πετάει στα σκουπίδια περίπου 1.000 ευρώ ετησίως σε φαγητό, έκανε λόγο η αν. υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, στη συζήτηση με τη διευθύντρια Εταιρικών Υποθέσεων και Βιωσιμότητας, Lidl Hellas,Βασιλική Αδαμίδου, την επικεφαλής Κέντρου Έρευνας & Εκπαίδευσης Δημόσιας Υγείας, Ακαδημία Αθηνών, Αντωνία Τριχοπούλου, την ερευνήτρια, Imperial College London Elisa Pineda και τον διπλωματικός εκπρόσωπος της UNICEF στην Ελλάδα Ghassan Khalil, με συντονιστή τον ιδρυτή & διευθύνοντα σύμβουλο, Notice Content and Services Νεκτάριο Νώτη, στα πλαίσια του 10oυ Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών
Έχοντας αυτά τα δεδομένα, η κ. Αγαπηδάκη υποστήριξε την ανάγκη να χτίσουμε υγιεινές συνήθειες και βιώσιμες επιλογές από μικροί, σημειώνοντας ότι ενόσω έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής, έχουμε ξεχάσει κάτι βασικό: «Τρώμε όχι για να χορτάσουμε, αλλά για να αναπτυχθούμε». Γι’ αυτόν τον λόγο, συνέχισε, απαιτείται η εκπαίδευση των νέων. Όπως εξήγησε, υπάρχει ειδικό σχέδιο εθνικής δράσης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παιδικής παχυσαρκία, με δωρεάν γεύματα και δωρεάν άθληση.
Έχουμε αναπτύξει εργαλεία για διαφορετικές ηλικιακές και αναπτυξιακές ομάδες, πρόσθεσε, προτού υπενθυμίσει ότι στο «παιχνίδι» πρέπει να μπουν και οι γονείς, οι οποίοι οφείλουν να ξέρουν ποια τρόφιμα βοηθούν στην ανάπτυξη των παιδιών. Βέβαια, αντέτεινε, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι πρέπει να ενοχοποιήσουμε το φαγητό. Την ίδια στιγμή, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στο πρόβλημα της υπο-κινητικότητας. «Δεν κινούμαστε. Αυτό πρέπει να αλλάξει, καθώς έχει σοβαρές επιδράσεις» κατέληξε.
Λαμβάνοντας τον λόγο, η διευθύντρια Εταιρικών Υποθέσεων και Βιωσιμότητας, Lidl Hellas, Βασιλική Αδαμίδου, εστίασε στην ανάγκη αντιμετώπισης του food waste, με το σημαντικότερο απ’ όλα να είναι η πρόληψη, δηλαδή να μην δημιουργούμε σπατάλη τροφίμων. Στο κομμάτι της παραγωγής τροφίμων, υποστήριξε τη σημασία ευθυγράμμισης με τις νέες πλανητικές συνθήκες, οι οποίες αφορούν τη μικρότερη παραγωγή τροφίμων, τις λιγότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις κ.α.
Έτσι, δεσμεύτηκε για αύξηση των φυτικών τροφίμων κατά 20% στην προϊοντική γκάμα, αλλά και για διαφάνεια στις επιλογές, καθώς «οι καταναλωτές πρέπει να ξέρουν τι τρώνε και πώς αυτό επηρεάζει την υγεία και το περιβάλλον». Τέλος, προσέδωσε σημασία στην προσπάθεια μείωσης των βλαπτικών συστατικών, όπως η ζάχαρη και το αλάτι, στην ασφάλεια των τροφίμων, αλλά και στο υπεύθυνο μάρκετινγκ προς τα παιδιά.
Από την πλευρά της, η επικεφαλής Κέντρου Έρευνας & Εκπαίδευσης Δημόσιας Υγείας, Ακαδημία Αθηνών, Αντωνία Τριχοπούλου, αφού έκανε μια ιστορική αναδρομή στη μεσογειακή διατροφή, διερωτήθηκε πώς γίνεται η Κρήτη να έχει την πρωτιά στην παιδική παχυσαρκία και πώς οι Έλληνες τρώμε την ίδια ποσότητα κρέατος με τους Άγγλους. «Το θέμα είναι κοινωνικό. Πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία της κοινωνίας και το σύστημα αξιών» επεσήμανε, προσθέτοντας ότι αφενός «δεν πρέπει να τρέχουμε πίσω από τη βιομηχανία, αλλά να προηγούμαστε […], αφετέρου πρέπει να εκπαιδεύουμε τα παιδιά, για να εκπαιδεύουν τα ίδια τους γονείς τους», καθώς μέχρι στιγμής οι αντίστροφες παρεμβάσεις δεν είχαν αποτέλεσμα.
Στο ζήτημα της βιώσιμης διατροφής εστίασε η Ερευνήτρια, Imperial College London Elisa Pineda, λέγοντας πως μεγάλο μέρος των αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από την παραγωγή τροφίμων, καθώς και ότι μόνο 33 χώρες έχουν εκδώσει οδηγίες διατροφής. «Αυτό είναι κάτι που λείπει από τις περισσότερες χώρες» επέμεινε. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι το διατροφικό περιβάλλον θα ευνοήσει την υγιεινή διατροφή», συνέχισε στο ίδιο μήκος κύματος, αποσαφηνίζοντας ότι σ’ αυτό μπορεί να βοηθήσει και η νομοθεσία.
Ένα ακόμη ζήτημα που έθιξε η κ. Pineda, είναι η πρόσβαση στα τρόφιμα, τα οποία πρέπει να είναι προσιτά ακόμη και στις πιο ευάλωτες ομάδες. «Όταν έχουμε συνδυασμό φορολόγησης και επιδότησης έχουμε πιο αποτελεσματικά μέτρα» διαμήνυσε, εξηγώντας ότι ναι μεν πρέπει να φορολογούμε τα λίπη, αλλά και να επιδοτούμε τα υγιεινά τρόφιμα, ώστε να αυξηθεί η προσφορά.
Τέλος, ο διπλωματικός εκπρόσωπος της UNICEF στην Ελλάδα, Ghassan Khalil, εξήγησε ότι το βασικό στοιχείο είναι η δύναμη της εκπαίδευσης και της ευαισθητοποίησης, στρέφοντας παράλληλα τα βέλη προς τους γονείς, οι οποίοι «σταμάτησαν να προωθούν την καλή διατροφή». Αφού χαιρέτησε το σχέδιο του υπουργείου Υγείας για την παιδική παχυσαρκία, στη συνέχεια επεσήμανε τη σημασία οι γονείς να γνωρίζουν τι είναι η υγιεινή διατροφή. «Ελλιπής διατροφή, παχυσαρκία, έλλειμμα σε βιταμίνες. Εάν οι γονείς δεν προσέχουν αυτά, τότε μπορούμε να μιλήσουμε και για παθητική βία» σχολίασε, απορρίπτοντας τέλος τον ισχυρισμό ότι οι διατροφικές επιλογές σχετίζονται με το ζήτημα των τιμών.