Για ποιο λόγο, η Ελλάδα επενδύει στον luxury τουρισμό και έχει γίνει παγκόσμιος προορισμός;
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στο σωστό μείγμα επιτυχίας για την ανάπτυξη των δεικτών CAPEX & OPEX, με την ποιότητα του προϊόντος, τον σωστό σχεδιασμό και ένα καλό τραπεζίτη να βοηθήσει στην χρηματοδότηση επενδύσεων, εστίασε ο γενικός διευθυντής, of Corporate & Investment Banking στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Βασίλης Καραμούζης,συντoνίζοντας τη συζήτηση, με την πρόεδρο ΔΣ, Lampsa Hellenic Hotels, Greece Χλόη Λασκαρίδη, τον CEO στον ΔΑΑ Γιάννη Παράσχη, την πρόεδρο των Phaea Resorts, Greece Κωνστάντζα Σμπώκου Κωνσταντακοπούλου και τον Owner & Board Member του Hotels Collection, Greece Σταμάτη Χατζηλαζάρου, στα πλαίσια του 8ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών που πραγματοποιείται στους Δελφούς και τελεί υπό την αιγίδα της Α.Ε. της προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου.
Παίρνοντας τον λόγο, η πρόεδρος ΔΣ, Lampsa Hellenic Hotels, Greece Χλόη Λασκαρίδη, ανέφερε ότι η Ελλάδα παρουσιάζει άνοδο στις παγκόσμιες αγορές. Ειδικότερα, η Αθήνα πλέον ανεβαίνει στην παγκόσμια κατάταξη ως τουριστικός προορισμός, σημειώνοντας ότι «Η τάση είναι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Σε αυτό συμβάλλει η ανάπτυξη της τέχνης, της υψηλής γαστρονομίας και το shopping experience». Συνέχισε λέγοντας ότι αυτό που θα βοηθούσε στην περαιτέρω ανάπτυξη θα ήταν να υπήρχαν περισσότερες απευθείας πτήσεις και κατά τους χειμερινούς μήνες στην περιφέρεια, να βελτιωθούν αρκετές υπηρεσίες και υποδομές, και να γίνει η Αθήνα και οι άλλες μεγάλες μητροπόλεις (όπως η Θεσσαλονίκη), τελικοί προορισμοί και όχι stop-over προορισμοί. Επιπλέον, θα συνέβαλε καταλυτικά στον τουρισμό της Αθήνας, η δημιουργία ενός σύγχρονου συνεδριακού κέντρου.
Από την πλευρά του, ο CEO στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος Γιάννης Παράσχης, είπε ότι μέχρι στιγμής η φετινή χρονιά πηγαίνει πολύ καλά σε νούμερα αφίξεων, παρά το γεγονός ότι τα γεωπολιτικά γεγονότα όπως ο πόλεμος, δεν βοηθούν. Τόνισε ότι είναι πρώτοι σε προτίμηση προορισμοί όπως η Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα, οι κρατήσεις για την Αθήνα είναι κατά 50% πιο αυξημένες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και κατά 3.5% πιο πάνω από το 2019, χρονιά ορόσημο.
«Τα μηνύματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά καθώς υπάρχει αύξηση του μέσου όρου παραμονής επισκεπτών από 2 σε 3,5 μέρες, ενώ πλέον υπάρχει αναγνωρισιμότητα του παραλιακού μετώπου και των νησιών του Αργοσαρωνικού που είναι κοντά στην Αθήνα», ανέφερε. Συμπλήρωσε ότι οι υποδομές πρέπει να βελτιωθούν, (δίκτυο ύδρευσης νησιών, αεροδρόμια, κ.α.) καθώς οι επισκέπτες έχουν πλέον αυξημένες απαιτήσεις . Εξήγησε ότι οι υποδομές που δέχονται την μεγαλύτερη πίεση εξακολουθούν να είναι αυτές που σχετίζονται με τον αρχαίο πολιτισμό, καθώς το 55% των τουριστών της Αθήνας επισκέπτεται την Ακρόπολη.
Κατόπιν, η πρόεδρος των Phaea Resorts, Greece, Κωνστάντζα Σμπώκου Κωνσταντακοπούλου, συμπλήρωσε ότι η Ελλάδα δεν είναι πια ένας φθηνός τουριστικός προορισμός και δεν αποτελεί πλέον ανταγωνιστική αγορά για τη γειτονική ανατολική και νότια Ευρώπη. Η Ελλάδα επενδύει πλέον στην αγορά ξενοδοχείων πολυτελείας, εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους και απόδοσης. Διευκρίνισε μάλιστα, ότι η luxury αγορά είναι πιο ανθεκτική σε κρίσεις. Μίλησε ωστόσο για το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού και είπε ότι αυτό δημιουργεί ανάγκες που απαιτούν αύξηση του κόστους μισθοδοσίας. Τέλος, σημείωσε ότι τα luxury brands βοηθούν στο μάρκετινγκ της χώρας και των ξενοδοχείων αλλά και στην καλύτερη εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού.
Τέλος, ο Owner & Board Member του Hotels Collection, Greece Σταμάτης Χατζηλαζάρου, συμπλήρωσε ότι το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού παρατηρείται και ήδη από την προ-πανδημία εποχή και ότι η πανδημία απλά το γιγάντωσε, λέγοντας πως «Οι εργαζόμενοι με την πανδημία επέλεξαν άλλους – ασφαλέστερους για την υγεία τους – κλάδους και τώρα είναι δύσκολο να επιστρέψουν στον τουρισμό». Για να τονίσει ότι η ανάπτυξη τουριστικών σχολών θα βοηθήσει στην κατάρτιση του προσωπικού και της προσέλκυσης εργαζομένων στο κλάδο. Ωστόσο προβλήματα όπως η στέγαση εργαζόμενων – ειδικά σε νησιά το καλοκαίρι – και η έλλειψη επαγγελματισμού από εποχικούς υπαλλήλους πρέπει να αντιμετωπιστούν με το σωστό μείγμα πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι «Δεν αρκεί απλά η αύξηση μισθών στον κλάδο».