Γιατί τα θέματα της φαρμακευτικής πολιτικής, δεν περιμένουν; Τι είπε ο Ολύμπιος Παπαδημητρίου του ΣΦΕΕ
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Για τα μεγάλα προβλήματα που «τρέχουν» για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, οι οποίες για την ώρα, δεν γνωρίζουν ποιες θα είναι οι υποχρεωτικές επιστροφές που θα πρέπει να καταβάλουν, έκαναν λόγο, ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ Ολύμπιος Παπαδημητρίου, που μαζί με τον γενικό διευθυντή Μιχάλη Χειμώνα, παρουσίασαν στους δημοσιογράφους τα προβλήματα του κλάδου.
«Τα θέματα της φαρμακευτικής πολιτικής, είναι πολλά και επείγοντα, τα οποία αναζητούν ουσιαστικές και πρακτικές λύσεις και δεν μπορούν να περιμένουν. Με τη σημαντική αύξηση των αποθεμάτων των φαρμάκων, εάν δεν διασφαλίζεται η διαφάνεια και ο έλεγχος στην αλυσίδα διανομής, δεν θα μειωθούν οι ελλείψεις στην χώρα και θα επιφέρουν δραματική αύξηση του κόστους στη βιομηχανία», είπε ο κ. Παπαδημητρίου, λέγοντας πως η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε που μείωσε τη συνολική χρηματοδότηση του φαρμάκου κατά 16,4% το διάστημα 2013-2021, τη στιγμή που οι άλλες χώρες την αύξησαν από 8,8% έως 77,6%, ενώ η τάση στην αγορά του φαρμάκου είναι αυξητική, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης της νοσηρότητας, αλλά και των νέων καινοτόμων και ακριβών θεραπειών που εισάγονται στα συστήματα υγείας.
Όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, από τα 168 σκευάσματα που ενέκρινε ο EMA (European Medicines Agency) το διάστημα 2018 έως 2021, στην Ελλάδα, είναι διαθέσιμα μόλις τα 90, ενώ από τα καινούρια σκευάσματα επίσης, μόνο το 6% έχει λάβει έγκριση, ενώ από τα παραπάνω φάρμακα, μεγάλο ποσοστό αφορά σε ογκολογικά και ορφανά. Επίσης από τα 168 φάρμακα το 50% βρίσκεται σε διαδικασία αδειοδότησης, ενώ το 50% αφορά σε απροθυμία των ίδιων των φαρμακευτικών επιχειρήσεων να τα φέρουν στην αγορά.
Παράλληλα, το θέμα των ελλείψεων των φαρμάκων, είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο με την ευρωπαϊκή στρατηγική, που συζητείται εδώ και 3 χρόνια στις Βρυξέλλες, να έχει θέσει το θέμα των ελλείψεων στο επίκεντρο των πρωτοβουλιών της, χωρίς όμως να προτείνει βιώσιμες και ουσιαστικές λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, το θέμα, όπως πάντα, είναι ακόμα πιο πολύπλοκο, καθώς εκτός από την έλλειψη πρώτων και δραστικών ουσιών για τα εργοστάσια, υπάρχει και το θέμα των παράλληλων εξαγωγών πρωτότυπων κυρίως φαρμάκων, που οφείλεται στις πολύ χαμηλές τιμές σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ειδικότερα, οι τιμές αυτές στην εγχώρια αγορά κυμαίνονται στο 1/4 ή το 1/5 της τιμής των ιδίων σκευασμάτων στη Γερμανία και αυτό το τεράστιο περιθώριο κέρδους, ωθεί κάποιους Έλληνες χονδρέμπορους να προτιμούν τις εξαγωγές.
Συνεχίζοντας, ο επικεφαλής του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, διεμήνυσε πως «Η χώρα μας είναι μία από τις 7 που έχουν επιβάλλει απαγόρευση εξαγωγών κατά καιρούς. Σαν ΣΦΕΕ, έχουμε κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για το θέμα των παράλληλων εξαγωγών, με κυρίαρχη την περισσότερη διαφάνεια στη διακίνηση των φαρμάκων σε όλους τους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας και κυρίως στους χονδρεμπόρους. Από το 2016, η φαρμακοβιομηχανία καταθέτει στον ΕΟΦ καθημερινά τις πωλήσεις φαρμάκων ανά κωδικό και ανά ΑΦΜ παραλήπτη», επισημαίνοντας ότι «Η σημαντική αύξηση των αποθεμάτων των φαρμάκων, εάν δεν εξασφαλίζεται η διαφάνεια και έλεγχος στην αλυσίδα διανομής, δεν θα μειώσει τις ελλείψεις στην χώρα μας και θα επιφέρει δραματική αύξηση του κόστους στη βιομηχανία».
Όσον αφορά τον Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Σύλλογο, από την πλευρά του, επισημαίνει ότι τα μέτρα τα οποία ανακοίνωσε μεσοβδόμαδα ο ΕΟΦ, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αρκεί να εφαρμόζονται, με τον ΠΦΣ να σημειώνει ότι σχετική νομοθεσία υπάρχει και είναι και πολύ αυστηρή, όμως δεν εφαρμόζεται από όλους τους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας διακίνησης του φαρμάκου, «δείχνοντας» τις φαρμακαποθήκες.
Βέβαια, για τις εξαγωγές, οι φαρμακοποιοί επιμένουν ότι η απαγόρευση των σκευασμάτων που είναι σε έλλειψη θα πρέπει να είναι διαρκείας, αφού η απαγόρευση των εξαγωγών επιλύει το πρόβλημα, εφόσον αποδεδειγμένα πλέον για τα περισσότερα σκευάσματα για τα οποία ισχύει η απαγόρευση εξαγωγής τους, έχει ομαλοποιηθεί σταδιακά η διάθεσή τους στο ελληνικό φαρμακείο. Ωστόσο αν αρθεί εκ νέου η απαγόρευση εξαγωγής τους, θα βρεθούν και πάλι άμεσα σε έλλειψη, προσθέτοντας ότι για όσα επιτρέπεται η εξαγωγή τους, αυτά έχουν εξαφανιστεί από την ελληνική αγορά, καθώς υπάρχει τεράστια ζήτηση από τις ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες, πχ. αντιβιοτικά χάπια και σιρόπια, αναπνευστικά σκευάσματα κλπ.
Σημειώνεται πως τα σοβαρά αυτά ζητήματα, τρέχουν σε συνδυασμό με την ακραία υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων, μέσα από τις υποχρεωτικές εκπτώσεις clawback & rebate, με το πρώτο να προπληρώνεται, αλλά και τη δαπάνη των ανασφαλίστων, η οποία αυξάνεται ραγδαία αγγίζοντας τα 320 εκατ. ευρώ, την στιγμή που οι άνεργοι μειώνονται και την εκρηκτική αύξηση της δαπάνης του ΙΦΕΤ στα 200 εκατ. ευρώ. Τα ζητήματα αυτά, μαζί με την υποχρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης, της νοσοκομειακής και του ΕΟΠΥΥ, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.