Γιατί θα πρέπει να αποζημιώνονται όσοι υφίστανται υποκλοπές
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στον τρόπο εφαρμογής του Νόμου για το phising (ηλεκτρονικό «ψάρεμα» στοιχείων) και το χρονοδιάγραμμα ισχύος του, εστίασαν ο υπουργός Ανάπτυξης & Επενδύσεων Άδωνις Γεωργιάδης και ο γενικός γραμματέας Εμπορίου & Προστασίας του Καταναλωτή, Σωτήρης Αναγνωστόπουλος, κατά τη συνάντηση με το προεδρείο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών (ΕΕΤ) υπό τον πρόεδρό της, Βασίλη Ράπανο.
Στο μεταξύ, το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που αναμένεται να ψηφιστεί έως το τέλος Ιανουαρίου, δημιουργώντας δίχτυ προστασίας για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές με πιστωτικές-χρεωστικές κάρτες και λογαριασμούς πληρωμής, προκαλεί έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των τραπεζών.
Μάλιστα, στελέχη του τραπεζικού κλάδου, μιλούν για μια σημαντική εξέλιξη, καθώς, υπό τον φόβο της επιβάρυνσης των τραπεζών στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής απάτης, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να λάβουν επιπλέον μέτρα που θα επηρεάσουν την εμπειρία του πελάτη και τη χρήση των ψηφιακών μέσων.
Συγκεκριμένα, η νέα νομοθεσία προβλέπει ότι, σε περίπτωση κλοπής ή απώλειας τραπεζικής κάρτας και εφόσον πραγματοποιηθούν συναλλαγές μέχρι το μπλοκάρισμά της, θα καταβάλλεται αποζημίωση στον χρήστη για δόλιες συναλλαγές άνω των 50 ευρώ.
Βέβαια, το νέο στοιχείο που φέρνει το νομοσχέδιο, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των ελληνικών τραπεζών, αφορά στην περίπτωση που υποκλαπούν τα στοιχεία του λογαριασμού e-banking ή mobile banking και υποκλαπούν χρήματα απευθείας από τον λογαριασμό -χωρίς τη μεσολάβησης της κάρτας, καθώς στην περίπτωση αυτή, η Πολιτεία υποχρεώνει τις τράπεζες να αναλαμβάνουν το κόστος της απάτης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ, ενώ έως αυτό το ποσό την ευθύνη φέρει ο ίδιος ο δικαιούχος του λογαριασμού.
Ωστόσο, τα ίδια στελέχη, διαμηνύουν ότι η Ελληνική Ένωση Τραπεζών έχει ζητήσει με επιστολή της από το Υπουργείο Ανάπτυξης διευκρινίσεις σχετικά με την ευθύνη των τραπεζών, όπως για παράδειγμα, εάν το όριο των 1.000 ευρώ τίθεται ανά συναλλαγή ή σε άλλη βάση, ενώ προς το παρόν, δεν έχουν δοθεί διευκρινίσεις από το Υπουργείο στις τράπεζες.
Παράλληλα, οι τράπεζες έχει θορυβηθεί, καθώς με το νέο στοιχείο που φέρνει το νομοσχέδιο, δεν αποκλείονται από την υποχρέωση αποζημίωσης οι περιπτώσεις βαριάς αμέλειας του χρήστη, εξηγώντας πως δεν είναι δυνατό να επιβαρύνεται η τράπεζα σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς θα μπορούσαμε να δούμε ακόμη σκηνοθετημένες υποκλοπές προκειμένου να αντληθούν χρήματα από την τράπεζα.
Από την πλευρά λοιπόν των τραπεζών, τα μέτρα που εξετάζονται, ως απάντηση στη νέα νομοθεσία, είναι η επιβολή αυστηρότερων περιορισμών στις ηλεκτρονικές πληρωμές, όπως στον αριθμό και τη συνολική αξία των συναλλαγών ανά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στο μέγιστο ύψος ανά συναλλαγή και άλλα πιο συνδυαστικά μέσα.
Ειδικότερα, στις συναλλαγές μέσω καρτών, οι οποίες αφορούν κυρίως στο e-commerce, η ευρωπαϊκή νομοθεσία υποχρεώνει ήδη τις τράπεζες και τα σχήματα καρτών, όπως Visa ή Mastercard, να αναλαμβάνουν σχεδόν εξ ολοκλήρου την ευθύνη σε περιπτώσεις ηλεκτρονικής απάτης, αποζημιώνοντας τους χρήστες με επιστροφή του ποσού που υπεκλάπη.
Τελικά, το νέο νομοσχέδιο, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το προηγούμενο διάστημα, ουσιαστικά επικυρώνει την υιοθέτηση των διατάξεων της ευρωπαϊκής οδηγίας υπ’ αριθ. 2366 του 2015 στην ελληνική νομοθεσία, καθώς με την ευρωπαϊκή οδηγία, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να επιστρέφει αμέσως το ποσό της εν λόγω πράξης στον πληρωτή.
Ταυτοχρόνως, ξεκαθαρίζει ότι από τη στιγμή που οι χρήστες ενημερώσουν τον πάροχο για τον κίνδυνο δόλιας χρήσης του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να είναι υπόχρεοι να καλύψουν περαιτέρω ζημίες που απορρέουν από τη μη εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω μέσου.
Στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενημέρωση των Ευρωπαίων πολιτών-καταναλωτών αναφορικά με τα δικαιώματά τους σε θέματα πληρωμών, σημειώνεται ρητά ότι σε περίπτωση που η κάρτα ή ο λογαριασμός του πελάτη χρεωθούν χωρίς την άδειά του … το μόνο που μπορεί να του ζητηθεί είναι να πληρώσει το πολύ 50 ευρώ έναντι του κόστους της δόλιας πληρωμής.
Σε άλλο σημείο γίνεται λόγος πως στις περιπτώσεις όπου η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση χρημάτων έχει γίνει εν αγνοία του πελάτη, όπως υποκλοπή του λογαριασμού, ή υποκλοπή και χρέωση της πιστωτικής κάρτας εν αγνοία του, δεν πρέπει να πληρώσει τίποτα, καθώς η τράπεζα ή ο πάροχος της κάρτας πρέπει να καλύψουν όλο το κόστος.