Η ανάγκη αντιμετώπισης του δημογραφικού, στο Economist Annual European Demographic Summit
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στην αρνητική δημογραφική τάση που διαγράφεται σε ολόκληρη την Ευρώπη και συνιστά πράγματι μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, εστίασε η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Δόμνα Μιχαηλίδου, κατά την ομιλία της, στο Economist Annual European Demographic Summit, στην θεματική ενότητα: «Demographic Crisis and the Labour Market: Is the Glass Half Empty or Half Full ?»

Σύμφωνα με την ίδια: «Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να είναι άμεση, γιατί όποια μέτρα και να ληφθούν, τα αποτελέσματά τους θα είναι εμφανή τις επόμενες δεκαετίες. Ωστόσο, σήμερα διαθέτουμε τα οικονομοτεχνικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε την υφιστάμενη κατάσταση, να μετρήσουμε την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων μέτρων κάνοντας αξιόπιστες προβολές στο μέλλον και να αποφασίσουμε τα πιο ενδεδειγμένα».
Συνεχίζοντας, η κ. Μιχαηλίδου, είπε πως: «Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα μας βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά. Ειδικότερα, την τελευταία τετραετία αυξήθηκε η απασχόληση κατά 300.000 άτομα. Το 3ο τρίμηνο του 2023 το σύνολο των εργαζομένων ξεπέρασε τα 4,25 εκατομμύρια και αυξήθηκε κατά 1,3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, η μισθωτή εργασία επανήλθε στα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σε σχέση με το 2018 κατά 33% και φτάνει σήμερα στα 780 ευρώ με προοπτική για περαιτέρω αύξηση», προσθέτοντας ότι:
«Παρά την μείωση της ανεργίας, η απασχόληση νέων και γυναικών στην Ελλάδα παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Πρόκειται για δύο δυναμικές κοινωνικές ομάδες οι οποίες θα συμβάλλουν στην βελτίωση οικονομικών μεγεθών, μείωση ανεργίας, ανάπτυξη, βελτίωση βιοτικού επιπέδου».
Όσον αφορά την ενίσχυση των γυναικών στην αγορά εργασίας: «Το επίδομα γέννησης και η επέκταση του επιδόματος μητρότητας στο σύνολο των εργαζόμενων γυναικών του ιδιωτικού τομέα είναι μέτρα που θεσμοθέτησε το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης συμβάλλει και η θεσμοθέτηση της τηλεργασίας (άρθρο 67, ν.4808/2021). Επιπλέον, η σταδιακή επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, είναι επίσης ένα εργαλείο στα χέρια του εργαζόμενου που τον προστατεύει από αυθαιρεσίες σε ότι αφορά το ωράριο εργασίας, τις άδειές του και τα ρεπό του και του δίνει τη δυνατότητα να αξιοποιεί ελεύθερα τον προσωπικό του χρόνο».
Κατόπιν, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μιλώντας για τις νέες και τους νέους, σημείωσε ότι: «Στρατηγικός στόχος μας είναι η αντιστροφή του ισοζυγίου εκροών – εισροών ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα. Σημαντική είναι επίσης η σύνδεση των προγραμμάτων επιμόρφωσης, και επαγγελματικής κατάρτισης με τις ανάγκες τις αγοράς εργασίας. Σήμερα στην χώρα μας δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας που απευθύνονται σε εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης και που είναι δύσκολο να καλυφθούν.
Για παράδειγμα, στοιχεία του Ψηφιακού Μηχανισμού Διασύνδεσης Ταλέντων, γνωστό ως Rebrain Greece, του Υπουργείου Εργασίας, υπάρχει ιδιαίτερη δυσκολία στην εύρεση ειδικοτήτων όπως: σχεδιαστές και αναλυτές λογισμικού και εφαρμογών, ηλεκτρολόγοι τεχνολόγοι μηχανικοί, αρχιτέκτονες, προγραμματιστές εφαρμογών κ.λ.π. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει την ανάγκη αναπροσαρμογής της επαγγελματικής εκπαίδευσης, εργαζομένων με σκοπό την αναβάθμιση συγκεκριμένων δεξιοτήτων, καθώς και ανέργων που θα τους διευκολύνει στην ανεύρεση εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα προγράμματα κατάρτισης της ΔΥΠΑ για 150.000 εργαζόμενους και 120.000 ανέργους στις ψηφιακές και πράσινες δεξιότητες».
Ολοκληρώνοντας, η κ. Μιχαηλίδου, υποστήριξε πως: «Με σκοπό την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας μέσα από πολιτικές ένταξης μεταναστών που ζουν στη χώρα και μετάκλησης εργατών από τρίτες χώρες και πολιτικές ενεργού γήρανσης, ψηφίστηκε πρόσφατα τροπολογία του Υπουργείου Μετανάστευσης η οποία δίνει υπό προϋποθέσεις νομιμοποιητικά έγγραφα σε παράτυπους μετανάστες που μένουν και εργάζονται ήδη στη χώρα μας».
Για να συνοψίσει ότι: «Η γήρανση του πληθυσμού θέτει επίσης επιτακτικά την ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό μας σύστημα. Σημαντική παρέμβαση προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η ίδρυση του Ταμείου Επικουρικής και Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης – ΤΕΚΑ. Στους ασφαλισμένους του ΤΕΚΑ θα προσφέρεται ένα βασικό συνταξιοδοτικό-επενδυτικό προϊόν (default) με δομή κύκλου ζωής που θα συνδυάζει το κατάλληλο μείγμα κινδύνου, απόδοσης και ασφάλειας για όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου χωρίς ο ίδιος ο ασφαλισμένος να χρειάζεται να ασχοληθεί περισσότερο με τη διαχείριση των εισφορών του. Ωστόσο θα προσφέρονται και άλλα συνταξιοδοτικά-επενδυτικά προϊόντα, επίσης με δομή κύκλου ζωής αλλά με διαφορετικό προφίλ ρίσκου, για αυτούς που θέλουν μόνοι τους να επιλέξουν τη διαβάθμιση του ρίσκου που επιθυμούν να αναλάβουν».
Ωστόσο, για το δημογραφικό, που είναι κάτι σαν τη βαρύτητα, καθώς δεν αλλάζει το πρόβλημα αν είσαι δεξιός ή αριστερός, αναφέρθηκε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Eurolife FFH και πρόεδρος ΔΣ της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου, κατά τη τοποθέτησή του, στην Σύνοδο Κορυφής Economist, λέγοντας πως: «Πρέπει να κάνουμε κάτι τώρα, ακολουθώντας τα πρότυπα των πιο ανεπτυγμένων χωρών», για να προσθέσει «Ο 65χρονος Δανός ο οποίος βγαίνει στη σύνταξη έχει στην άκρη χρήματα που αντιστοιχούν σε αποταμιεύσεις 28 μηνών. Ο Έλληνας έχεις μόλις 4,7 μέρες. Ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι 8 μήνες. Πρέπει να πάρουμε μέτρα “χθες” για αυτό το θέμα», αφού παρέθεσε στοιχεία αναφορικά με την αναλογία εργαζομένων και συνταξιούχων στην Ελλάδα:
«Το 1960, για κάθε έναν 65χρονο δούλευαν 9 εργαζόμενοι. Το 2020 δούλευαν μόλις τρεις και το 2080 θα δουλεύει μόλις 1,5». Άλλωστε μίλησε στις προεκτάσεις μέσα από τον τομέα της υγείας: Το 2021 οι Έλληνες ξόδεψαν συνολικά 16,7 δισ. για την υγεία. Τα 10,5 δισ. προήλθαν από το κράτος, τα 700 εκατ. από ιδιωτική ασφάλιση και τα 5,5 δισ. από δικά τους χρήματα – το διπλάσιο από αυτό που καταβάλλει ο μέσος Ευρωπαίος από την τσέπη του. «Οφείλουμε να εξετάσουμε αν επιθυμούμε να επιμείνουμε σε ένα μοντέλο όπου όλα τα δίνει το κράτος», επεσήμανε ο κ. Σαρρηγεωργίου, σημειώνοντας ότι η ιδιωτική αγορά ασφάλισης στην Ελλάδα με βάση τη συμμετοχή στο ΑΕΠ είναι από τις μικρότερες στην Ευρώπη.
Παίρνοντας τον λόγο, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκος Βέττας, είπε: «Έχουμε όλο και λιγότερους νέους, όλο και περισσότερους ηλικιωμένους. Όλο και λιγότερους εργαζόμενους, όλο και περισσότερους συνταξιούχους. Αυτό σημαίνει ότι στο πολιτικό ισοζύγιο οι συνταξιούχοι θα έχουν όλο και περισσότερη βαρύτητα από τους εργαζόμενους.
Άρα θα υπάρχει όλο και μεγαλύτερη πίεση στην εκάστοτε κυβέρνηση να ευνοεί όλο και περισσότερο τις δαπάνες για τις συντάξεις και την υγεία των συνταξιούχων και να αυξάνει τη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση των εργαζομένων. Βραχυχρόνια, αυτό μπορεί να λύνει τα προβλήματα. Μακροχρόνια, όμως, θα επιδεινώνει το οικονομικό πρόβλημα, ιδίως σε μια χώρα η οποία αντιμετωπίζει και ζήτημα δημόσιου χρέους. Ταυτόχρονα, θα επιδεινώνει και το δημογραφικό ισοζύγιο καθώς περισσότεροι θα φεύγουν».
Με τον τρόπο αυτόν, σαν έναν φαύλο κύκλο, περιέγραψε το δυσμενές σενάριο για την Ελλάδα ο κ. Βέττας. Στο πλαίσιο αυτό, μίλησε για την ανάγκη να κατευθυνθούν πόροι στην προσχολική αγωγή και βρεφονηπιακή ανάπτυξη, να δημιουργηθούν δομές και προγράμματα μακροχρόνιας φροντίδας των ηλικιωμένων, και να αξιοποιηθούν πολίτες τρίτων χωρών με αντίστοιχες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, το σύστημα εκπαίδευσης και το πεδίο των πολιτικών ενσωμάτωσης.
Από την πλευρά του, δικηγόρος – εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, μίλησε για τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας των γυναικών, που τις αποθαρρύνουν από τη δημιουργία οικογένειας, καθώς υπονομεύουν τον στόχο τους για αξιοπρεπή διαβίωση, λέγοντας πως οι γυναίκες είναι πρώτες στους δείκτες ανεργίας, μερικής απασχόλησης και χαμηλόμισθης αμοιβής.
Έχουν κατά τουλάχιστον 13% χαμηλότερο μισθό από τους άνδρες και μηδενική ή περιορισμένη συμμετοχή στα Διοικητικά Συμβούλια των επιχειρήσεων. Μέρος του προβλήματος, υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο κ. Καρούζος, είναι οι επιχειρήσεις που δημιουργούν προσκόμματα στη χορήγηση της γονικής άδειας.
Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, πρόεδρος στο Ινστιτούτο Οικονομικών της Γήρανσης Μιλτιάδης Νεκτάριος, απέδωσε τις δυσμενείς προοπτικές για το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας, σε έλλειμμα πολιτικής βούλησης, σημειώνοντας: «Κόπηκαν οι συντάξεις στη μέση επειδή το πολιτικό σύστημα δεν πήρε εγκαίρως τις απαιτούμενες αποφάσεις», μιλώντας για τις περικοπές κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης. Ο κ. Νεκτάριος υποστήριξε ότι περίπου το 50% των συντάξεων στην Ελλάδα πληρώνονται από το κράτος.
Αναφορικά με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα το οποίο νομοθέτησε η κυβέρνηση, εκτίμησε ότι «θα ωριμάσει το 2070, επομένως δεν προλαβαίνει να λύσει το πρόβλημα». Εξ ου και διατύπωσε την πρόβλεψη για αναπόφευκτη μείωση των παροχών στο συνταξιοδοτικό μετά το 2032. Ο ίδιος παρατήρησε ότι οι Έλληνες είναι από τους πιο δυσαρεστημένους στην Ευρώπη ως χρήστες του συστήματος υγείας την ώρα που οι ιδιωτικές δαπάνες τους για υγειονομική περίθαλψη ανέρχονται σε 5,5 δισ. ετησίως. Ο κ. Νεκτάριος μίλησε για προτάσεις που έχουν υποβληθεί από ειδικούς κατά καιρούς και ωστόσο κατέληξαν χαμένες ευκαιρίες.
Ο γενικός γραμματέας Κοινωνικής Ασφάλισης, Υπουργείο Εργασίας Νίκος Μηλαπίδης, παρατήρησε από το βήμα του Economist ότι: «Τα ποσοστά γονιμότητας υποχωρούν διαρκώς και καμία χώρα παγκοσμίως δεν πιάνει το 2,1 – την τιμή που απαιτείται για να μείνει σταθερός ο πληθυσμός», τονίζοντας ότι η δημογραφική δύναμη της Ευρώπης περιορίζεται σαφώς. «Μέχρι το 2050 η Νιγηρία θα αποτελεί την τρίτη πληθυσμιακή δύναμη στο κόσμο ξεπερνώντας την Ευρώπη με την Ινδία να γίνεται η μεγαλύτερη χώρα σε πληθυσμό», είπε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μηλαπίδης τάχθηκε υπέρ ενός πλέγματος μέτρων που θα αφορούν, μεταξύ άλλων, την αναμόρφωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και τον σχεδιασμό ολοκληρωμένων προγραμμάτων upskilling και reskilling. Επιπλέον, την ενθάρρυνση της ενεργούς γήρανσης κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησης αλλά και την αποτελεσματική ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, μίλησε για την ανάγκη μιας συντονισμένης συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με την ενσωμάτωση μεταναστών με συμπληρωματικά προσόντα στο υφιστάμενο εργατικό δυναμικό, μέσω νόμιμων οδών. Σύμφωνα με το σκεπτικό του κ. Μηλαπίδη, απώτερος στόχος – ως απάντηση στις επιπτώσεις της δημογραφικής κρίσης – δεν είναι άλλος από την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης και της παραγωγικότητας.
Η διευθύνουσα σύμβουλος, της Ομοσπονδίας Συνταξιοδοτικών Ταμείων Ολλανδίας Edith Maat, διεμήνυσε ότι: «Ο ολλανδικός πληθυσμός, όπως και ο ελληνικός, γερνάει ραγδαία. Προκειμένου να διατηρήσουμε τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα στον πρώτο πυλώνα του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, η ηλικία συνταξιοδότησης είναι αυτόματα συνδεδεμένη με το προσδόκιμο ζωής, γεγονός που βοηθά τα συνταξιοδοτικά ταμεία στη διαχείριση των ρίσκων που απορρέουν από τη μακροζωΐα».
Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε ευρύτερα στα βασικά συστατικά του συνταξιοδοτικού συστήματος στη χώρα της, ξεχωρίζοντας το τρίπτυχο: χρηματοδότηση, κάλυψη, επένδυση. «Αν θέλεις να πετύχεις καλές αποδόσεις, πάνω από τον πληθωρισμό, είναι απαραίτητο να αναλάβεις ρίσκα», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι τα ολλανδικά συνταξιοδοτικά ταμεία μπόρεσαν να επιτύχουν τέτοιες αποδόσεις διατηρώντας ένα παγκοσμίως διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο σε διαφορετικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων – εισηγμένα και ιδιωτικά κεφάλαια, υποδομές, ακίνητα.
Τέλος, η πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Περιγεννητικής Ιατρικής (ΕΕΠΙ)Αντωνία Χαρίτου, παρατήρησε πως: «Πολλές κυβερνήσεις έχουν εισαγάγει στοχευμένες πολιτικές για να τονώσουν άμεσα το ποσοστό των γεννήσεων. Αυτές οι πολιτικές συχνά επηρεάζουν αρνητικά την ισότητα των φύλων, την αναπαραγωγική υγεία και τα σεξουαλικά δικαιώματα και αμφισβητείται αν μπορούν να πετύχουν τους επιδιωκόμενους στόχους», προσθέτοντας σε αντιδιαστολή ότι άλλες κυβερνήσεις έχουν επικεντρωθεί σε φιλικές προς την οικογένεια πολιτικές: «εστιάζουν δηλαδή στην ευημερία των παιδιών, των οικογενειών τους και των φροντιστών τους.
Η κ. Χαρίτου, μίλησε για την ανάγκη συνεργασίας με την κοινωνία των πολιτών, τον ιδιωτικό τομέα και τις οικογένειες, ώστε να υιοθετηθούν ολιστικές πολιτικές για την υγιή και ενεργό γήρανση, τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας (π.χ. εργασία από το σπίτι, άδειες στους γονείς, υποστήριξη επαγγελματικής εξέλιξης) και του συνταξιοδοτικού συστήματος, τη φιλικότητα προς την οικογένεια, καθώς και την προώθηση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων.