1. Home
  2. Το πρωτοσέλιδο
  3. Τα μηνύματα για επιτόκια, δάνεια και μερίσματα και πως θα κινηθούν Eurobank, Πειραιώς, Εθνική, Alpha
Τα μηνύματα για επιτόκια, δάνεια και μερίσματα και πως θα κινηθούν Eurobank, Πειραιώς, Εθνική, Alpha

Τα μηνύματα για επιτόκια, δάνεια και μερίσματα και πως θα κινηθούν Eurobank, Πειραιώς, Εθνική, Alpha

0

Για τη  στρατηγική που θα ακολουθήσουν το αμέσως επόμενο διάστημα, προκειμένου  να αντισταθμίσουν τις απώλειες από τις μειώσεις των επιτοκίων,  ενισχύοντας παράλληλα,  την πιστωτική επέκταση, ακόμη και στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο, έκαναν λόγο, οι CEO της Eurobank Φωκίων Καραβίας, Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, Εθνικής Παύλος Μυλωνάς και Alpha Βασίλης Ψάλτης, διασφαλίζοντας τις συνθήκες για ακόμη μεγαλύτερες διανομές μερισμάτων, κατά τις τοποθετήσεις τους, από το βήμα του 3ου συνεδρίου που διοργάνωσαν Morgan Stanley και ΕΧΑΕ.

Στον αντίποδα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης, στο πλαίσιο συζήτησης στο forum που διοργανώνει ο Οικονομικός Ταχυδρόμος στην Αθήνα, είπε πως: «Η κυβέρνηση σύντομα θα προχωρήσει σε πρωτοβουλίες για το τραπεζικό σύστημα, οι οποίες θα είναι ζυγισμένες».

Υποστηρίζοντας τις δηλώσεις του πρωθυπουργού στο Λονδίνο

Όπως  σημείωσε: «Οι πρωτοβουλίες αυτές,  θα λαμβάνουν υπόψη από τη μια τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, την κοινωνία και τις ανάγκες της οικονομίας και από την άλλη την ανάγκη για υγιές τραπεζικό σύστημα, γιατί όταν δεν είχαμε υγιές σύστημα το πλήρωσαν οι φορολογούμενοι. Εμείς δεν λαϊκίζουμε, ούτε έχουμε εύκολες λύσεις για όλα όπως κάποιοι άλλοι», υποστηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο και τις σχετικές δηλώσεις του πρωθυπουργού  στο Λονδίνο.

Συγκεκριμένα, οι τέσσερις τραπεζίτες, είχαν την ευκαιρία να επικεντρωθούν σε όλα τα υπόλοιπα “ζεστά” θέματα που αφορούν στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα και απασχολούν έντονα τη διεθνή επενδυτική κοινότητα.

Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων από τη νέα χρονιά

Ειδικότερα, ένα από αυτά είναι η απώλεια εσόδων, ως απόρροια της ταχύτερης αποκλιμάκωσης των επιτοκίων από τη νέα χρονιά, με τον επικεφαλής της Alpha Bank Βασίλη Ψάλτη να λέει πως το asset και wealth management, αλλά και οι τραπεζοασφάλειες θα αντικαταστήσουν την όποια μείωση προκύψει, υποστηρίζοντας ότι:

«Οι Έλληνες βασίζονταν ιστορικά σε μεγάλο βαθμό στις υπηρεσίες υγείας και στις συντάξεις που παρέχονταν από το κράτος, αλλά οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις έχουν δημιουργήσει χώρο για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα ασφάλισης»,  θυμίζοντας πως η κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με τα κυβερνητικά κίνητρα και την αυξανόμενη συνείδηση για την ασφάλιση περιουσίας θα ενισχύσουν περαιτέρω την ανάπτυξη του bancassurance, προσθέτοντας πως: «Παρά το υψηλό ποσοστό ιδιοκτησίας, περίπου 75%, η Ελλάδα εμφανίζει από τα χαμηλότερα ποσοστά ασφάλισης, σχεδόν 15%».

Τα περιθώρια δανείων και το κόστος των καταθέσεων

Παίρνοντας τον λόγο, ο CEO της Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, εξέφρασε την άποψη πως οι σταθεροί όγκοι νέων δανείων, τα αυξανόμενα έσοδα από χαρτοφυλάκια σταθερού εισοδήματος και οι στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου που εφαρμόζονται την κατάλληλη στιγμή μπορούν να μετριάσουν μεγάλο μέρος των επιπτώσεων από τη μείωση των επιτοκίων σημειώνοντας ότι:

«Αναμένουμε 2,1 δισ. ευρώ καθαρά έσοδα από τόκους (NII) και καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (ΝΙΜ) 2,7%, μεταξύ των υψηλότερων στην Ε.Ε., έχοντας επιτύχει να διαφυλάξουμε τα περιθώρια δανείων και το κόστος των καταθέσεων.

Στόχος είναι η αύξηση του χαρτοφυλακίου των δανείων

Η διατήρηση του ΝΙΜ είναι σημαντική με κύκλο μείωσης των επιτοκίων και consensus για 2% ή ακόμα χαμηλότερο επιτόκιο της ΕΚΤ μέχρι το τέλος του 2025»,  υπολογίζοντας πως το επιτοκιακό περιθώριο θα ομαλοποιηθεί από τα τρέχοντα υψηλά επίπεδα, με ένα βιώσιμο επίπεδο να διαμορφώνεται γύρω στο 2,3%-2,4%.

Από την πλευρά του, ο CEO της Eurobank Φωκίων Καραβίας, αναφορικά με την πιστωτική επέκταση, είπε πως όλοι οι τραπεζίτες ξεκαθάρισαν πως στόχος είναι η αύξηση του χαρτοφυλακίου των δανείων, αξιοποιώντας την ισχυρή ζήτηση από επιχειρήσεις, όπως και τα κεφάλαια που προέρχονται από το RRF, με τις προσπάθειες να επικεντρώνονται στην αναθέρμανση των εργασιών λιανικής.

Δεν υπάρχουν αρκετά καινούργια για να καλύψουν τη ζήτηση

Ειδικά για τα στεγαστικά δάνεια  σχολίασε πως οι χαμηλοί ρυθμοί οφείλονται έως ένα βαθμό και στην ελλιπή προσφορά κατοικιών, λέγοντας ότι: «Στην Αττική από τα παλιά ακίνητα παραμένουν πολλά κλειστά και δεν υπάρχουν αρκετά καινούργια για να καλύψουν τη ζήτηση που υφίσταται για κατοικίες», προσθέτοντας πως σε κάθε περίπτωση, το 2024 αναμένεται να κλείσει για το εγχώριο σύστημα με πιστωτική επέκταση πέριξ των 10 δισ. ευρώ, με τον πήχη για το 2025 να τίθεται ακόμη υψηλότερα.

Βέβαια το ζήτημα της επέκτασης στο εξωτερικό ήταν, επίσης, μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν με τους διεθνείς επενδυτές, με την Eurobank να πρωτοστατεί, έχοντας αποκτήσει την Ελληνική Τράπεζα, με την οποία θα υπάρξουν και σημαντικές συνέργειες, ενώ η  Alpha Bank,  αποτελεί πλέον μέρος ενός Ομίλου, της UniCredit, με έντονο διεθνές αποτύπωμα.

Παρουσιάζεται μια κερδοφόρα επενδυτική ευκαιρία

Ολοκληρώνοντας, ο CEO της Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης,  μιλώντας για  τις αποδόσεις των τραπεζικών μετοχών, επισήμανε πως οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν μια κερδοφόρα επενδυτική ευκαιρία, κυρίως λόγω της χαμηλής αποτίμησης τους και των προοπτικών ανάπτυξής τους, τονίζοντας ότι:

«Η Alpha Bank έχει ήδη εφαρμόσει πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών, χρησιμοποιώντας μέρος της διανομής προς τους μετόχους, γεγονός που αντανακλά την εμπιστοσύνη της στην αποτίμηση και τις αποδόσεις επενδύσεων στη μετοχή της. Τα επόμενα τρία χρόνια θα δώσουμε στους μετόχους πάνω από το 30% της τρέχουσας κεφαλαιοποίησης, ενώ το 40% παραμένει ως πλεονάζον κεφάλαιο».

Καταλήγοντας, ο κ. Μεγάλου με τη σειρά του, υποστήριξε πως η ισχυρή μακροοικονομική προοπτική και η βιώσιμη δυναμική κερδοφορίας της Πειραιώς, σε συνδυασμό με τη σύγκλιση της μερισματικής πολιτικής στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με το επόμενο ορόσημο για την Πειραιώς να είναι η πληρωμή 50% από τα κέρδη του 2025, θα ενισχύσουν την επενδυτική πρόταση της τράπεζας, υπογραμμίζοντας ότι: «Όσον αφορά στη χρηματιστηριακή αξία, τα μεγέθη της δικαιολογούν να διαπραγματεύεται πιο κοντά στο μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών που είναι μια φορά η λογιστική αξία».