Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Τη διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης πάνω από 2%, θεωρεί απαραίτητη το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, για να επιτευχθεί η σύγκλιση των εισοδημάτων στα επίπεδα προ κρίσης σε ένα διάστημα 10-15 ετών, προβλέποντας περαιτέρω αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ κατά 1 δισ. ευρώ για φέτος και πληθωρισμό κοντά στο 3%.
Παρουσιάζοντας την έκθεση του Γραφείου για το τρίτο τρίμηνο του έτους, ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, επισήμανε πως η οικονομία διατηρεί τη δυναμική της, αναμένοντας για φέτος ανάπτυξη 2,2% του ΑΕΠ, παρά την υψηλή διεθνή αβεβαιότητα.
Ωστόσο, στο θέμα του πληθωρισμού για το 2025, το Γραφείο είναι πιο απαισιόδοξο, καθώς ο κ. Τσουκαλάς υποστήριξε ότι λόγω του ότι η οικονομία έχει ενεργή ζήτηση, θα είναι πιο κοντά στο 3%, όπως προβλέπει και η Τράπεζα της Ελλάδας, παρά τη βουτιά που προβλέπει η Eurostat για τον εναρμονισμένο ΔτΚ που υποχώρησε στο 1,8% τον Σεπτέμβριο, από 3,1% το Αύγουστο.
Ειδικά για τα μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα για την αύξηση της προσφοράς στέγης, υπογράμμισε ότι η μείωση της φορολογίας των εσόδων από ενοίκια και τα κίνητρα για φθηνότερη αναβάθμιση κατοικιών είναι σαφώς προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, σε μια στεγαστική κρίση, τα μέτρα που λαμβάνονται αργούν να ωριμάσουν, λέγοντας πως ειδικά για την Ελλάδα, παρά τα μέτρα, η ισορροπία μεταξύ της ζήτησης και προσφοράς κατοικίας θα χρειαστεί 3-4 χρόνια για να ισορροπήσει.
Σε ερώτηση σχετικά με τη σύγκλιση των εισοδημάτων με τον μέσο όρο της ΕΕ τόνισε ότι θα χρειαστούν υψηλή ρυθμοί ανάπτυξης άνω του 2% για πολλά χρόνια, αύξηση της παραγωγικότητας και περισσότερες επενδύσεις για να μπορέσουμε να συγκλίνουμε μετά από 15-20 χρόνια. Ωστόσο, σε αυτό το χρονικό σημείο βρισκόμαστε στο μέσο της διαδρομής για τη σύγκλιση των εισοδημάτων με τα προ της κρίσης επίπεδα.
Σε ερώτηση αν από τα χρήματα αυτά θα μπορούσε το οικονομικό επιτελείο να προχωρήσει σε νέες θετικές παρεμβάσεις στην οικονομία σε συνέχεια των φορολογικών μειώσεων οι οποίες ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, ο κ. Τσουκαλάς τόνισε ότι κατ’ αρχάς θα πρέπει να συμφωνηθεί με την ΕΕ ποιο μέρος από τα έσοδα αυτά θα είναι μόνιμο και άρα επαναλαμβανόμενο.
Στη συνέχεια υποστήριξε πως με το ποσό για το οποίο θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία με τις Βρυξέλλες θα μπορούσε η κυβέρνηση να προχωρήσει σε μεγαλύτερη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ή κάποια παρέμβαση ειδικά για τους νέους ώστε να μπορούν να μπαίνουν ταχύτερα στην αγορά εργασίας, τονίζοντας ότι μπορεί να γίνει και μια μικρή παρέμβαση στους ενδιάμεσους συντελεστές φορολογίας.
Απέκλεισε πάντως μια περαιτέρω μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα εταιρικά κέρδη αφού τόνισε ότι η Ελλάδα έχει από τους χαμηλότερους συντελεστές κερδών στην ΕΕ.
Τέλος το γραφείο, θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους καθώς υπάρχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις μέσω της ανάπτυξης, της συνεχιζόμενης διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και της δυνατότητας πρόωρης αποπληρωμής των ακριβότερων δανείων του επίσημου τομέα.
Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, που είναι ο μεγαλύτερος στην Ευρωζώνη και αποτελεί παράγοντα που δυσχεραίνει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, θα οδηγήσει σε ταχύτερες αναβαθμίσεις του αξιόχρεου του Ελληνικού δημοσίου και δύναται να απελευθερώσει στο μέλλον δημοσιονομικό χώρο για νέες παρεμβάσεις που θα ενισχύουν την παραγωγική δυναμική της εθνικής οικονομίας.
Τονίζεται επίσης ότι για την Ελλάδα, η πολιτική αστάθεια στη Γαλλία έχει και την εξής ανάγνωση. Γεγονότα βραχυπρόθεσμης αύξησης της αβεβαιότητας σε άλλες χώρες (όπως η πολιτική αστάθεια στη Γαλλία) ή μια συνετή εγχώρια δημοσιονομική πολιτική σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα (όπως, για παράδειγμα, η ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους που αναφέραμε ως προτεραιότητα παραπάνω) μετατοπίζουν ευνοϊκότερα τις αποδόσεις των Ελληνικών κρατικών ομολόγων σε σχέση με αυτές άλλων χωρών, και απομακρύνουν περισσότερο τη χώρα από το αντίστοιχο “βλέμμα” των αγορών ομολόγων.