Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας: Δεν φταίνε για την ακρίβεια, 4-5 αλυσίδες το βιώσιμο μοντέλο
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στην κατηγορηματική απόρριψη των κατηγοριών περί υπερκερδών, εστίασε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της METRO ΑΕΒΕ και πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ), Αριστοτέλης Παντελιάδης, δηλώνοντας εμφατικά κατά την συνέντευξη τύπου την προηγούμενη εβδομάδα, ότι η ακρίβεια δεν οφείλεται στα κέρδη των αλυσίδων, αλλά στο υψηλό λειτουργικό κόστος που αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από τις πωλήσεις, επιβαρύνοντας σημαντικά τα συνολικά αποτελέσματα του κλάδου, τονίζοντας ότι: «Αρνούμαι να απολογηθώ για το τι παθαίνουν τα κακαόδεντρα, ο καφές και το μοσχάρι. Δεν φταίνε τα σούπερ μάρκετ… τελεία!».
Συγκεκριμένα, με τζίρο άνω των 16 δισ. ευρώ (μαζί με τον ΦΠΑ), 120.000 εργαζόμενους και 4.500 καταστήματα, οι εταιρείες του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων, σύμφωνα με την ΕΣΕ, δεν ευθύνονται για την ακρίβεια αλλά αντιθέτως συμβάλλουν στη συγκράτηση της, με την αγορά να βρίσκεται μπροστά σε έναν νέο κύκλο συγκέντρωσης, με τον πρόεδρο της να επισημαίνει ρητά πως: «Το πιο οικονομικό και αποτελεσματικό μοντέλο για την Ελλάδα, είναι αυτό όπου κυριαρχούν το πολύ 4 έως 6 μεγάλες αλυσίδες».
Για να προσθέσει ότι: «Προφανώς οι τιμές δεν γυρίζουν εκεί που ήταν προ πενταετίας. Δεν πρόκειται να επιστρέψουν εκεί στο σύνολο τους», συμπληρώνοντας πως ο τρόπος για να διορθωθεί η απώλεια αγοραστικής δύναμης είναι οι αυξήσεις των εισοδημάτων μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, διευκρινίζοντας ότι:
«Φέτος είναι μια καλή χρονιά. Και δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι αυτό θα αλλάξει και την επόμενη χρονιά», εξηγώντας πως η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, δείχνει να παγιώνεται, συνδέοντας την απώλεια αγοραστικής δύναμης όχι με τα περιθώρια κέρδους, αλλά με τις διεθνείς πιέσεις στο κόστος παραγωγής και διαχείρισης τροφίμων, διερωτόμενος: «Πώς να απολογηθούμε για τον πληθωρισμό;»
Λαμβάνοντας τον λόγο, ο γενικός διευθυντής της ΕΣΕ, Απόστολος Πεταλάς, επικαλέστηκε στοιχεία της Eurostat σύμφωνα με τα οποία ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα την περίοδο 2008-2024 ανήλθε σε 42% έναντι 59% στην ΕΕ27, ενώ την ίδια περίοδο η ιδιωτική κατανάλωση κατά κεφαλήν στην ΕΕ27 εκτοξεύθηκε κατά 55%, ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις 5%, λέγοντας πως: «Δικαιολογημένα, αυτό που συνέβη τα τελευταία 17 χρόνια στην Ελλάδα δεν συνέβη σε κανένα άλλο μέρος του δυτικού κόσμου», σημειώνοντας ότι: «η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί και άλλαξε σημαντικά το προφίλ του καταναλωτή».
Επανερχόμενος ο πρόεδρος της ΕΣΕ, συγκρίνοντας το 1,65% της Ελλάδας με το 3,61% της Walmart στις ΗΠΑ, το 3,48% της Tesco στη Βρετανία και το 3,56% της Mercadona στην Ισπανία, είπε πως: «Από το 2008 το περιθώριο κέρδους του κλάδου είναι συνεχώς οριακό», ενώ αναφορικά, με τους ισχυρισμούς περί «παράλληλων δραστηριοτήτων» που διοχετεύουν κέρδη τους οι αλυσίδες, ήταν απόλυτος: «Να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους… Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μεταφερθούν λεφτά, ακόμα κι αν ήθελε κάποιος», υπενθυμίζοντας τους αυστηρούς κανόνες transfer pricing.
Για να αναφέρει πως το νέο αφήγημα, αφορά τη Σκλαβενίτης με την Γλάρος και τη METRO με τη Milestone, λέγοντας ότι: «Και οι δύο είναι εταιρείες οι οποίες παράγουν ή εισάγουν προϊόντα, κάνουν επενδύσεις και βγάζουν ευτυχώς κέρδη. Είναι κακό να βγάζουν κέρδη; Και τι όφελος έχει η METRO ή η Σκλαβενίτης ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία του κλάδου να μεταφέρει κέρδη εκεί, τον ίδιο φόρο πληρώνει».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πραγματική πίεση, προέρχεται από την έκρηξη του λειτουργικού κόστους. Τα λειτουργικά και χρηματοοικονομικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 5,5% το 2024, φτάνοντας τα 3,290 δισ. ευρώ από 3,120 δισ. ευρώ το 2023, με ποσοστό αύξησης υψηλότερο από την αύξηση των πωλήσεων, λέγοντας πως: «Τρεις παράγοντες κόστους: μισθοδοσία, ενοίκια και ενέργεια έχουν ανέβει, όχι για τα σούπερ μάρκετ μόνο, για όλη την κοινωνία. Και τα δημοτικά τέλη μόνο για τα σούπερ μάρκετ».
Συνεχίζοντας ο κ. Παντελιάδης, σημειώνει πως το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από τη μισθοδοσία, που αντιστοιχεί στο 62,6% του λειτουργικού κόστους, με τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης να έχει αυξηθεί από 1.219 ευρώ το 2023 σε 1.341 ευρώ το 2024, με τον κλάδο να προσλαμβάνει συνεχώς 2.500 νέες θέσεις το 2023, 1.800 το 2024 και 2.400 αναμενόμενες το 2025.
Όσον αφορά τα ενοίκια, που αντιστοιχούν στο 6,4% του λειτουργικού κόστους, έχουν επίσης επιβαρύνει σημαντικά τις αλυσίδες, καθώς για τις μισθώσεις που έληξαν τα τελευταία 2-3 χρόνια, η μέση αύξηση ανήλθε σε 20%, με ακραίες περιπτώσεις να φτάνουν το 266% και το 170%, ενώ μιλώντας για την ενέργεια, αυτή παραμένει σημαντικός παράγοντας κόστους για τον κλάδο, αντιστοιχώντας στο 6,8% των λειτουργικών εξόδων, με τις μεταφορές και τα logistics να αντιπροσωπεύουν το 5,7%.
Κατόπιν, ο πρόεδρος της ΕΣΕ στάθηκε στα δημοτικά τέλη, λέγοντας πως: «Για επιλεγμένες κατηγορίες καταστημάτων – και μαντέψτε ποια είναι πάντα η επιλεγμένη κατηγορία – τα δημοτικά τέλη μπορεί να είναι έως και δέκα φορές υψηλότερα ανά τετραγωνικό μέτρο σε σχέση με τον οικιστικό τομέα», σημειώνοντας πως το κόστος μπορεί να μειωθεί μέσω της συγκέντρωσης: «Σε σχέση με το 2008 προφανώς και υπάρχει μια τάση συγκέντρωσης».
Αναφορικά με το επίπεδο συγκέντρωσης που θεωρεί βιώσιμο, ανέφερε ότι: «Θεωρώ ότι ένα ορθολογικό νούμερο είναι το 4-6. Δεν είμαστε εκεί. Είμαστε περισσότεροι», διευκρινίζοντας ότι: «στις χώρες της Ευρώπης, συνήθως η αγορά έχει τέσσερις ως οχτώ αλυσίδες, ανάλογα με τη χώρα, και εκτός από αυτό υπάρχουν κάποια μεμονωμένα τοπικά καταστήματα ή μικρές τοπικές αλυσίδες, οι οποίες έχουν επιβιώσει γιατί διαφοροποιήθηκαν».
Επιστρέφοντας στη συζήτηση, ο γενικός διευθυντής της ΕΣΕ, επισήμανε με σαφήνεια: «Αν πάρουμε την πρακτική άλλων μεγάλων χωρών που έχουν ωριμάσει, πλέον, στην Αγγλία είναι τρεις και ανταγωνίζονται του θανατά. Η Γερμανία δεν είναι πάνω από τρεις ή τέσσερις. Στην Ισπανία είναι τρεις. Στην Ελλάδα είναι δέκα. Με αυτήν την έννοια, ένα μεγάλο περιθώριο που θα έχει αυτός ο κλάδος είναι να συγκεντρωθεί σε ένα τέτοιο βαθμό που μειώνοντας το κόστος 1% είναι 150 εκατ.».
Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της ΕΣΕ, Γιάννης Μασούτης, υποστήριξε ότι: «Τα τελευταία χρόνια ότι όλα αυτά τα χρήματα που κερδίζονται από τους όγκους, επιστρέφουν στις τιμές, αποδεικνύεται με τα αποτελέσματα των αλυσίδων, άρα δεν είναι απαραίτητο όταν μεγαλώνει κάποιος να μεγαλώνουν τα κέρδη αντίστοιχα».
Όσον αφορά τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε αλυσίδες από το Υπουργείο Ανάπτυξης, ο κ. Παντελιάδης συμφώνησε με τον χαρακτηρισμό του προέδρου του ΣΕΒ, Σωκράτη Θεοδωρόπουλου, ως «πρόστιμα εντυπώσεων», προσθέτοντας πως: «Ακόμα και αν ισχύει 100% αυτό που είπε η Ελεγκτική Αρχή, τα ποσά αυτά σε σχέση με οτιδήποτε έχουμε μέχρι τώρα δει στο παρελθόν είναι τόσο υπερβολικά που δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω», εξηγώντας πως τέτοιες πολιτικές: «τροφοδοτούν ένα λαϊκισμό, μία τοποθέτηση του κράτους ότι είναι ο Ρομπέν των Δασών απέναντι στα κακά σούπερ μάρκετ».
Ολοκληρώνοντας ο πρόεδρος της ΕΣΕ, έκανε μια έκκληση προς τα μέσα ενημέρωσης, λέγοντας πως: «Έχουμε πολύ λαϊκισμό σε αυτή τη χώρα και ο λαϊκισμός έχει εύκολο στόχο τα σουπερμάρκετ. Τα ΜΜΕ μπορούν να βοηθήσουν στη διαμόρφωση μιας ορθολογικής κριτικής ώστε τελικά η κοινή γνώμη να εκπαιδευτεί, να παρασύρεται λιγότερο, αν είναι δυνατόν καθόλου από το λαϊκισμό».
Πιο αναλυτικά, η θέση της ΕΣΕ είναι ότι ο κλάδος δεν έχει υπερκέρδη από τα οικονομικά στοιχεία των αλυσίδων για το 2024. Η καθαρή κερδοφορία προ φόρων υποχώρησε στο 1,65% επί του τζίρου από 1,84% το 2023, παρά το γεγονός ότι ο τζίρος αυξήθηκε κατά 4,38%, ενώ πιο έντονη ήταν η πτώση των κερδών EBITDA (προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων), που μειώθηκαν από 6,54% σε 5,97%.
Ειδικότερα, οι πωλήσεις ανήλθαν σε 13,061 δισ. ευρώ το 2024 έναντι 12,512 δισ. ευρώ το 2023, ενώ τα κέρδη προ φόρων περιορίστηκαν στα 215 εκατ. ευρώ από 230 εκατ. ευρώ. Το κόστος προμηθευτών παρέμεινε σταθερό στο 73,2% του τζίρου, ανερχόμενο σε 9,556 δισ. ευρώ από 9,162 δισ. ευρώ.
Βέβαια, παρά τη συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους, ο κλάδος συνέχισε να επενδύει, καθώς το 2024 οι επενδύσεις ανήλθαν σε 400 εκατ. ευρώ, μειωμένες σε σχέση με τα 592 εκατ. ευρώ του 2023, αλλά αθροιστικά την τελευταία δεκαετία οι επενδύσεις του κλάδου ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ, με τις επενδύσεις να χρηματοδοτούνται από συνδυασμό τραπεζικού δανεισμού και ιδίων κεφαλαίων.
Όσον αφορά τα δάνεια των αλυσίδων, ανήλθαν σε 2,92 δισ. ευρώ το 2024 από 2,83 δισ. ευρώ το 2023, ενώ τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν σε 1,58 δισ. ευρώ από 1,52 δισ. ευρώ.