Οι επιδόσεις και οι προκλήσεις της δημοσιονομικής πολιτικής, από τον Γιάννη Στουρνάρα
Στη συνετή δημοσιονομική και αποτελεσματική πολιτική, με εντυπωσιακές επιδόσεις, εστίασε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην ομιλία του στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών, επισημαίνοντας πως ή η Ελλάδα αναμένεται να καταγράψει ρυθμούς ανάπτυξης στο 2%, υψηλότερους σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ, και για τα δυο επόμενα έτη, 2027 και 2028.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι βασικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια είναι η διατήρηση υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, και η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας, λέγοντας ότι:
«Οι αυξημένοι ρυθμοί μεταβολής της παραγωγικότητας επιτρέπουν υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, χωρίς να διακυβεύεται η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να προέλθει από περισσότερες επενδύσεις, κυρίως σε καινοτόμες δραστηριότητες, από μεταρρυθμίσεις και από ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στους πιο παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας».
Συνεχίζοντας ο κ. Στουρνάρας είπε ότι: «η ανάπτυξη δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση, αλλά απαιτεί σταθερή ενίσχυση των επενδύσεων», για να προσθέσει πως: «Ο ρόλος των επενδύσεων είναι καθοριστικός για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, και ειδικά για την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου με έμφαση στην καινοτομία και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τον προσανατολισμό προς εξωστρεφείς εμπορεύσιμες δραστηριότητες, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης».
Και να συμπληρώσει ότι: «Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε τη δεκαετία της κρίσης δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Για να κλείσει η απόσταση αυτή, απαιτείται συνεχής αύξηση των επενδύσεων σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία, καθώς και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση».
Εστιάζοντας στον ρόλο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) επισήμανε ότι: «αποτέλεσε χωρίς αμφιβολία έναν από τους βασικούς καταλύτες της οικονομικής ανάκαμψης. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, η Ελλάδα πέτυχε υψηλούς ρυθμούς απορρόφησης, συγκαταλεγόμενη στα κράτη-μέλη με την ταχύτερη υλοποίηση του προγράμματος.
Μέχρι το τέλος του 2025 είχε ήδη εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των συμφωνημένων στόχων και οροσήμων, επίδοση σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνει μια ουσιαστική μεταστροφή στη διοικητική ικανότητα της χώρας και στη διαχείριση σύνθετων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Στο σκέλος των επιχορηγήσεων, σημαντικοί πόροι έχουν ήδη διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία και στη Γενική Κυβέρνηση, στηρίζοντας δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές και μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία για τις προοπτικές του 2026 έχει το δανειακό σκέλος του RRF.
Η Ελλάδα αξιοποίησε το εργαλείο αυτό με τρόπο που λίγες άλλες χώρες κατάφεραν, χρησιμοποιώντας τα δάνεια ως μηχανισμό μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν συμβασιοποιηθεί έργα ύψους αρκετών δισ. ευρώ, στηρίζοντας εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια, κυρίως σε εξωστρεφείς και καινοτόμους κλάδους.
Παρότι το σύνολο των δανείων του RRF αναμένεται να έχει συμβασιοποιηθεί έως το τέλος του 2026, η επίδρασή τους στην οικονομία δεν θα περιοριστεί χρονικά σε εκείνη τη χρονιά. Οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις θα συνεχιστούν έως και το 2029, διατηρώντας ενεργή την επενδυτική δραστηριότητα και κινητοποιώντας πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια.
Με τον τρόπο αυτό, η μετάβαση στη μετα-RRF περίοδο αναμένεται να είναι σταδιακή και όχι απότομη, μειώνοντας τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως φαίνεται και από τις προβλέψεις της για τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ έως και το 2028, δεν προβλέπει σημαντική μείωση των ρυθμών αυτών (“cliff effect”).
H “επόμενη ημέρα” μετά το RRF δεν συνεπάγεται έλλειψη αναπτυξιακών πόρων. Το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχει αυξηθεί μόνιμα, ενώ το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2026–2029 προβλέπει σημαντικούς πόρους για δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες σταθεροποιούνται σε υψηλά επίπεδα. Επιπλέον, νέα ευρωπαϊκά ταμεία που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή αναβάθμιση και την κοινωνική συνοχή θα στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα την περίοδο 2026–2032.
Αναφορικά με το επόμενο ΕΣΠΑ , ο διοικητής της ΤτΕ , είπε ότι θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά το 2026, επισημαίνοντας πως: «Σύμφωνα με τις έως τώρα ενδείξεις, το νέο πρόγραμμα αναμένεται να διατηρήσει αντίστοιχο ύψος πόρων με το τρέχον, καλύπτοντας ανάγκες σε μεγάλες υποδομές, μεταφορές, ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα και περιφερειακή ανάπτυξη.
Η πρόκληση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την απορρόφηση των πόρων, αλλά κυρίως τη στόχευσή τους σε έργα και παρεμβάσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία. Πέραν των επενδύσεων, κρίσιμης σημασίας για τις προοπτικές της οικονομίας και ειδικά για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι ο χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων που υλοποιούνται.
Μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη δημόσια διοίκηση με στόχο την ελαχιστοποίηση της γραφειοκρατίας ιδιαίτερα όσον αφορά το διοικητικό βάρος στην επιχειρηματικότητα, στην ψηφιοποίηση του κράτους, στο λεγόμενο “τρίγωνο της γνώσης” (εκπαίδευση – έρευνα – καινοτομία), στην αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της προσφοράς και της απασχόλησης μέσω της αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό,
στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ανταγωνισμού, ενισχύουν την παραγωγικότητα ενώ παράλληλα βελτιώνουν το επενδυτικό περιβάλλον.Αν και ο πλήρης αντίκτυπός τους δεν αποτυπώνεται πλήρως και εγκαίρως στα στατιστικά στοιχεία, οι παρεμβάσεις αυτές δημιουργούν τις βάσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.