Πιο επιτακτική από ποτέ η ανάγκη παρεμβάσεων για το ενεργειακό κόστος, σύμφωνα με την Alpha Bank
Στην ανάγκη για παρεμβάσεις που θα διασφαλίσουν το ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας και είναι σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ, ώστε η τρέχουσα ανάπτυξη της βιομηχανίας να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά, εστιάζει η Alpha Bank, στο τελευταίο της δελτίο οικονομικών εξελίξεων, εξετάζοντας τις επιδόσεις της ελληνικής βιομηχανίας και τους κινδύνους από τις γεωπολιτικές διαταραχές.
Συγκεκριμένα, το δελτίο αναφέρει τα εξής:
Ενώ η γεωπολιτική αναταραχή απειλεί να βυθίσει την Ευρώπη σε έναν νέο κύκλο στασιμοπληθωρισμού, η ελληνική βιομηχανία βρίσκεται στην πιο παραγωγική φάση της τελευταίας δεκαετίας, διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη. Αυτή η θετική τροχιά, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στον ενεργειακό τομέα, δοκιμάζοντας την ανθεκτικότητα του κλάδου. Η ανάγκη για παρεμβάσεις που θα διασφαλίσουν ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας είναι σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ, ώστε η τρέχουσα ανάπτυξη της βιομηχανίας να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης σύρραξης, η βιομηχανία -ως ενεργοβόρος τομέας- αναμένεται να επηρεαστεί πιο άμεσα συγκριτικά με τον τομέα των υπηρεσιών, όπου η πλειονότητα των κλάδων είναι εντάσεως εργασίας. Πέραν της τρέχουσας συγκυρίας, η ελληνική βιομηχανία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερη το υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που πλήττει την ανταγωνιστικότητα.
Aκόμη, ωστόσο, και αν ο πόλεμος τερματιζόταν άμεσα, η πλήρης ομαλοποίηση θα απαιτούσε μήνες, καθώς η αποκατάσταση της παραγωγής, των μεταφορών και της διύλισης απαιτεί χρόνο με αποτέλεσμα οι αγορές ενέργειας να παραμείνουν υπο-εφοδιασμένες.
Η νέα γεωπολιτική αναταραχή βρίσκει την ελληνική βιομηχανία με ενισχυμένο ρόλο στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται σε μία περίοδο μετασχηματισμού του παραγωγικού της προτύπου. Συγκεκριμένα, την τελευταία διετία η πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της βιομηχανίας αυξήθηκε με σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς σε σύγκριση με τη συνολική ΑΠΑ, με αποτέλεσμα το μερίδιο της πρώτης στην τελευταία να έχει αυξηθεί ελαφρώς από 14,8% το 2023 σε 15,2% το 2025, παραμένοντας, ωστόσο, χαμηλότερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (19,2%).
Οι αντίστοιχες επιδόσεις της μεταποίησης η οποία αποτελεί περίπου το 70% της ΑΠΑ της βιομηχανίας ήταν εξίσου ισχυρές την τελευταία διετία. Επιπρόσθετα, η ανοδική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας και της μεταποίησης πιστοποιείται από μια σειρά από οικονομικούς δείκτες όπως, ενδεικτικά, είναι ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, ο κύκλος εργασιών, οι εγγραφές νέων επιχειρήσεων, η απασχόληση και η παραγωγικότητα της εργασίας.
Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας είναι μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία. Συγκεκριμένα, στη βιομηχανία η παραγωγικότητα της εργασίας με βάση τον αριθμό των απασχολουμένων αυξήθηκε σωρευτικά τη διετία 2024-25 κατά περίπου 12% ενώ με βάση τις ώρες εργασίας κατά 13%, με τα αντίστοιχα ποσοστά στη μεταποίηση να διαμορφώνονται σε 10% και 12%.
Τέλος, οι βιομηχανικές επενδύσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 19% των συνολικών επενδύσεων και οι βιομηχανικές εξαγωγές το 70% των συνολικών εξαγωγών αγαθών, μετριάζοντας συνδυαστικά με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Επιπρόσθετα, οι προοπτικές για τη βιομηχανία, όπως αντανακλώνται στην εξέλιξη πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας, ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές πριν την έναρξη της σύγκρουσης. Αναλυτικότερα, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία διαμορφώθηκε στις 108,9 μονάδες κατά μέσο όρο το 2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο, ενώ η μέτρηση του Φεβρουαρίου του 2026 ήταν ακόμα υψηλότερη (110,7 μονάδες).
Παράλληλα, ο δείκτης PMI στη μεταποίηση ανήλθε στις 54,4 μονάδες τον Φεβρουάριο, η οποία είναι η υψηλότερη μέτρηση μεταξύ των οκτώ κρατών-μελών της Ευρωζώνης που συμμετέχουν στην έρευνα, παραμένοντας για τρία χρόνια πάνω από τις 50 μονάδες, το όριο δηλαδή που υποδηλώνει επέκταση του κλάδου.