Στον ένα μήνα πολέμου, στα 17 δισ. ευρώ οι απώλειες του Χρηματιστηρίου Αθηνών
Με τη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς, να υποχωρεί στα 140,061 δισ. ευρώ, από 157,126 δισ. ευρώ που ήταν πριν τον πόλεμο, οι απώλειες λόγω των πολεμικών συγκρούσεων για την εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά, διαμορφώθηκαν στα 17 δισ. ευρώ, με τον βασικό χρηματιστηριακό δείκτη, να χάνει 11,12%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης απώλεσε 14,16% από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων.
Από τις μετοχές της υψηλής κεφαλαιοποίησης, αντιστέκονται στο πτωτικό κλίμα οι μετοχές της ΕΥΔΑΠ που παρουσιάζει άνοδο 12,24%, των ΕΛΠΕ κέρδη 12,24% και η Motor Oil άνοδο 1,47%.
Βέβαια, η εικόνα δεν προδιαγράφει ιδιαίτερα θετικές εξελίξεις ως προς τον χρονικό ορίζοντα λήξης των εχθροπραξιών, καθώς οι αγορές και η εγχώρια αγορά, έχουν περάσει από την τιμολόγηση των γεγονότων, στην τιμολόγηση της διάρκειάς τους και με ότι αυτό συνεπάγεται για τις επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, το ενεργειακό κόστος και τον πληθωρισμό, με τις μετοχές να έχουν διορθώσει σημαντικά από τα πρόσφατα ιστορικά υψηλά, χωρίς όμως τεχνικά να έχουν περάσει σε φάση bear market.
Παράλληλα, απομόχλευση θέσεων και όχι θεμελιώδη επανατιμολόγηση, αντανακλά η πτώση του Γενικού Δείκτη από τις αρχές του πολέμου, ανοίγοντας ευκαιρίες σταδιακής επανατοποθέτησης, σύμφωνα με την Eurobank Equities, που σε ανάλυσή της εντοπίζει ως μεγαλύτερους ωφελημένους τα διυλιστήρια HelleniQ και Motor Oil, από ενισχυμένα crack spreads σε diesel και αεροπορικά καύσιμα, τη ΔΕΗ ως καθαρός ωφελημένος από υψηλότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας -βασικός κίνδυνος πιθανή ρυθμιστική παρέμβαση και τη Metlen.
Την ίδια στιγμή, τις εντονότερες πιέσεις, δέχονται Aegean και οι εταιρείες τουρισμού, λόγω άμεσης έκθεσης σε κόστος καυσίμων και κινδύνου ελαστικότητας ζήτησης στον τουρισμό, με τις τράπεζες όμως να κερδίζουν από τα υψηλότερα έσοδα τόκων, αλλά πιέζονται από αυξημένο κόστος κινδύνου λόγω της μακροοικονομικής αβεβαιότητας.
Ταυτοχρόνως, θα καθοριστεί άμεσα η διάρκεια της σύγκρουσης και τον αντίκτυπο που θα έχει στο Χ.Α., καθώς σε σχετική της έκθεσης η Axia-Alpha Finance, σημειώνει πως η επίδραση που έχει ο πόλεμος στο Χρηματιστήριο είναι, προς το παρόν, περιορισμένη, ενώ θα πρέπει να αναγνωρισθεί από τους επενδυτές, ότι κάποιες μετοχές διαθέτουν πιο “σθεναρά” χαρακτηριστικά, όπως ο ΟΤΕ, η ΟΠΑΠ, η Jumbo, η ΓΕΚ Τέρνα, η Cenergy, ο ΑΔΜΗΕ και η ΕΥΔΑΠ.
Ωστόσο η Optima Research, υποστηρίζει πως το βασικό ζητούμενο παραμένει η διάρκεια και η ένταση της κρίσης, καθώς από αυτές θα εξαρτηθεί, αν οι επιπτώσεις θα παραμείνουν διαχειρίσιμες ή θα μετατραπούν σε ουσιαστικό αναπτυξιακό εμπόδιο για το 2026.
Στο μεταξύ, καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών αγαθών, παραμένει η χώρα, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο και περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική, αφού σύμφωνα με την Optima Research, για κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι, το ελληνικό ΑΕΠ επηρεάζεται αρνητικά κατά 0,15%.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών, συμπεριλαμβάνεται από την Bank of America, στις πιο ελκυστικές αγορές της περιοχής EEMEA, την Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές μετοχές συνεχίζουν να προσφέρουν ισχυρό συνδυασμό αποτιμήσεων, μερισματικών αποδόσεων και προοπτικών κερδοφορίας, με την κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή, να δημιουργεί έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη διάθεση για ρίσκο των επενδυτών διεθνώς.
Η JP Morgan από την πλευρά της, εν μέσω των γεωπολιτικών συγκρούσεων, υποβαθμίζει το ελληνικό χρηματιστήριο από “overweight” σε “neutral”, καθώς οι ελληνικές μετοχές και κυρίως οι τράπεζες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στα χαρτοφυλάκια διεθνών επενδυτών, εντείνοντας τον κίνδυνο απότομων εκροών κεφαλαίων σε περιόδους αναταραχής.
Πιο αναλυτικά, παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, οι διεθνείς οίκοι εκτιμούν με εκθέσεις τους, ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται ανθεκτική, με τη Fitch να αναφέρει ότι εμφανίζει τις ισχυρότερες άμυνες σε σχέση με την Ευρωζώνη και “αναγνωρίζει” ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας 2,1% το 2026-2027, με την Goldman Sachs να σημειώνει πως είναι ανθεκτική και θωρακισμένη σε ένα ενεργειακό σοκ.
Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η δυναμική ανάπτυξης στην Ελλάδα παραμένει ισχυρή και η εμπειρία τής ενεργειακής κρίσης του 2022 υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία είναι σχετικά λιγότερο εκτεθειμένη σε κρίσεις τιμών ενέργειας από ότι οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.
Επίσης, δεδομένης της τρέχουσας προσεκτικής δημοσιονομικής στάσης, η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικό χώρο για να χρηματοδοτήσει μέτρα που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος των οικονομικών επιπτώσεων του σοκ, ενώ αμετάβλητη διατηρεί η DBRS την εκτίμησή της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 στο 2%, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, προχωρώντας ωστόσο σε οριακή αναθεώρηση προς τα κάτω για το 2027 στο 1,8%.
Όσον αφορά τις τράπεζες, η Deutsche Bank παρά το διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω του πολέμου, διατηρεί θετική στάση για τις ελληνικές τράπεζες και αναβαθμίζει τις τιμές στόχους των τραπεζικών μετοχών, υπογραμμίζοντας ότι οι προοπτικές παραμένουν ισχυρές.
Για την Alpha Bank, δίνει τιμή στόχο στα 4,45 ευρώ, για την Eurobank στα 4,35 ευρώ, για την Πειραιώς στα 8,95 ευρώ, για την Εθνική στα 15,95 ευρώ και για την Κύπρου στα 10,40 ευρώ, με τις αποτιμήσεις να εξακολουθούν να κρίνονται ελκυστικές και τις ελληνικές τράπεζες να διαπραγματεύονται στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, όταν οι ευρωπαϊκές κινούνται κοντά στις 8 φορές.
Μάλιστα, η NBG Securities για τις ελληνικές τράπεζες, καταγράφει για το 2025 ισχυρή κερδοφορία, αυξημένες διανομές και ανθεκτικότητα απέναντι στις πιέσεις από τα επιτόκια, ενώ σε ότι αφορά τις αποτιμήσεις, η NBG Securities επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με discount σε σχέση με τις ευρωπαϊκές.
Τέλος, ο οίκος αξιολόγησης Moody’s, σημειώνει σταθερές προοπτικές για τις ελληνικές τράπεζες, παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις, καθώς οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες και η ισχυρή πιστωτική επέκταση αναμένεται να στηρίξουν τα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη την περίοδο 2026-2027.