Το στοίχημα της επόμενης ημέρας, μετά τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, ωφελούμενη από το ΤΑΑ
Την ίδια στιγμή, στο 50% του συνολικού προϋπολογισμού επιχορηγήσεων και λίγο πάνω από το 1/3 του αντίστοιχου προϋπολογισμού των δανείων, αντιστοιχούν οι πληρωμές προς τους τελικούς δικαιούχους, με τους πόρους του δανειακού σκέλους του ΤΑΑ, σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση των τραπεζών και τη συμμετοχή ιδίων κεφαλαίων, να στηρίζουν τη δρομολόγηση σημαντικών επενδυτικών σχεδίων, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 29 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος Μαΐου.
Συγκεκριμένα, έναν από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αξιοσημείωτη ενίσχυση των επενδύσεων και κατ’ επέκταση, της οικονομικής δραστηριότητας, αποτελεί η υλοποίηση του ΤΑΑ, καθώς στην Ελλάδα, οι πραγματικές επενδύσεις αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,3% την περίοδο 2022-2025, επίδοση που είναι η δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ-27, μετά την Κροατία.
Επίσης οι δύο χώρες καταγράφουν το μεγαλύτερο ύψος πόρων του ΤΑΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των κρατών-μελών. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ ανήλθε σε 16,9% το 2025, έχοντας καλύψει περίπου το ήμισυ της απόστασης που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά αυτή η εξέλιξη, αν αναλογιστεί κανείς τη βαθιά και παρατεταμένη αποεπένδυση της προηγούμενης δεκαετίας που περιόρισε το παραγωγικό κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας, με τις επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ να υποχωρούν από 23,3% το 2008 σε 11,2% το 2014 και παρέμειναν μόλις στο 11% το 2019.
Ταυτοχρόνως, τα κράτη-μέλη της ΕΕ-27 βάσει του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος, καλούνται να ολοκληρώσουν όλα τα ορόσημα και τους στόχους του προγράμματος έως τις 31 Αυγούστου 2026, να υποβάλουν τα τελευταία αιτήματα πληρωμής έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ οι τελικές εκταμιεύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπεται να πραγματοποιηθούν έως το τέλος του έτους.
Φυσικά, δεδομένου ότι οι εναπομείναντες πόροι του ΤΑΑ αναμένεται να διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία κατά τα επόμενα έτη, ενώ παράλληλα η υλοποίηση των χρηματοδοτούμενων επενδύσεων και η αποτύπωσή τους στον ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου πραγματοποιούνται με χρονική υστέρηση, η θετική συμβολή του προγράμματος στις επενδύσεις εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί και μετά την τυπική ολοκλήρωσή του, το τρέχον έτος.
Βέβαια, αντανακλώντας, σε σημαντικό βαθμό, τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, η θέση της Ελλάδας στον επενδυτικό χάρτη έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας ήδη από το 2023 και την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.
Αλλά και οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, η πολιτική σταθερότητα και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, σε συνδυασμό με την ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης, έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου περιβάλλοντος για την υλοποίηση ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων, ενώ η βελτίωση των συνθηκών αυτών, αποτυπώνεται τόσο στις αυξημένες εισροές ‘Αμεσων Ξένων Επενδύσεων όσο και στη μεταβολή της σύνθεσης του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου.
Ως εκ τούτου, ενισχύεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια το ποσοστό των επενδύσεων σε μηχανολογικό, τεχνολογικό, μεταφορικό εξοπλισμό καθώς και σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, κατηγορίες επενδύσεων που συνδέονται στενότερα με την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, με τις προοπτικές των επενδύσεων να εμφανίζονται πλέον λιγότερο εξαρτημένες από προσωρινά χρηματοδοτικά προγράμματα και περισσότερο συνδεδεμένες με τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.