Διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονοµίας, πρίν τις εκλογές 2027
Χρόνος προετοιµασίας θα είναι το 2026, για τη χρονιά εθνικών εκλογών που θα είναι το 2027, κατά την οποία η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει την αναπτυξιακή της δυναµική, στηριζόμενη περισσότερο στις δικές της δυνάµεις, αποφεύγοντας όµως το δέλεαρ ενός εκλογικού κύκλου, που δύναται να ανατρέψει την καλή εικόνα της χώρας στους εταίρους και τις αγορές.
Ωστόσο, καθώς το 2026, θα είναι ο τελευταίος χρόνος για την οικονοµία, κατά τον οποίο η ανάπτυξη θα εξαρτάται από κοινοτικούς πόρους οι οποίοι θα ξεπεράσουν τα 10 δισ. ευρώ, οι µεγάλες προκλήσεις θα είναι ο σχεδιασµός της επόµενης ηµέρας του ΤΑΑ και η συνέχιση της σύγκλισης των εισοδηµάτων από το 2027 και µετά.
Συγκεκριμένα, η χώρα µπαίνει σταδιακά σε µια νέα εποχή, αυτή κατά την οποία θα καλύψει τη διαφορά που τη χωρίζει από τον µέσο όρο της Ε.Ε., τόσο στα εισοδήµατα όσο και στο χρέος της, το οποίο παραµένει το υψηλότερο εντός της Ε.Ε, μετά τη σταθεροποίησή της από τις διαδοχικές κρίσεις, που ξεκίνησαν µε την έναρξη του χρέους του 2010 και συνεχίστηκαν µε τις παγκόσµιες κρίσεις τις οποίες δηµιούργησε αρχικά ο κορονοϊός και στη συνέχεια η ενεργειακή κρίση που προέκυψε µετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Βέβαια. τη συνέχεια στην αύξηση των επενδύσεων µετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ, θα πρέπει να σχεδιάσει αυτή την χρονιά το οικονοµικό επιτελείο της κυβέρνησης, ώστε να µην επιβεβαιωθεί η επενδυτική “κατάρρευση”, για την οποία μίλησε το ΔΝΤ στην ελληνική αντιπροσωπεία που επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον τον Οκτώβριο, µε την ευκαιρία της φθινοπωρινής συνόδου του Ταµείου και της Παγκόσµιας Τράπεζας.
Όμως, ο σχεδιασµός για την ολοκλήρωση των επενδύσεων ύψους 18,2 δισ. και την απορρόφηση των 17,7 δισ. των δανείων του ΤΑΑ, θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε να εκτελεστεί στην εντέλεια, µε δεδοµένο ότι οι επενδύσεις θα εισφέρουν το 1,8% από το 2,4% που αναµένεται να αναπτύξει η οικονοµία τον επόµενο χρόνο.
Παράλληλα το ΥΠΕΘΟ, θα πρέπει να προχωρήσει τον σχεδιασµό και να ανακοινώσει πρόσθετα µέτρα ελάφρυνσης, εκτός από τις επενδύσεις, ώστε να καλυφθεί η απόσταση που υπάρχει µεταξύ των εισοδηµάτων στην Ελλάδα και του µέσου όρου της Ε.Ε., που φτάνει το 30%, ενώ στα θέµατα εσωτερικής προτεραιότητας, είναι τα νέα µέτρα για τη λύση του οξύτατου στεγαστικού προβλήµατος, που έχει εκτοξεύσει τα ενοίκια.
Ειδικότερα, το Υπουργείο γνωρίζει πλέον ότι τα µέτρα θα πρέπει να οριστικοποιηθούν και να εφαρµοστούν άµεσα, καθώς θα χρειαστούν 3-4 χρόνια για να δώσουν λύση στο πρόβληµα, ενώ τα νέα κεφάλαια που άνοιξαν πρόσφατα, είναι η αναβάθµιση της Ελλάδας σε κόµβο µεταφοράς αµερικανικού υγροποιηµένου φυσικού αερίου για τις εγχώριες ανάγκες και για την Ευρώπη.
Πλέον, με την εµφάνιση των ΗΠΑ και στις µεταφορές, όπως στο λιµάνι της Ελευσίνας, αλλά και η προώθηση των ερευνών υδρογονανθράκων στις ελληνικές θάλασσες, εξελίξεις που έως τώρα αποτελούσαν ευχολόγια, τις οποίες θα πρέπει να “ενσωματώσουν” οι ελληνικές αρχές και να αρχίσουν να αποδίδουν έργο το ταχύτερο δυνατό.
Πιο αναλυτικά, η αλλαγή του παραγωγικού µοντέλου µε κύριο µοχλό ανάπτυξης τις επενδύσεις, οι οποίες θα φτάσουν το 17,7% του ΑΕΠ, αλλά και διαρθρωτικές µεταρρυθµίσεις όπως η αλλαγή της φορολογίας, η αύξηση του µέσου µισθού κατά 10%, παρεµβάσεις που θα δηµιουργήσουν οικονοµική µεγέθυνση 2,4%, είναι στις βασικές αρχές του νέου Προϋπολογισµού.
Μάλιστα, τον κύριο µοχλό ανάπτυξης για το 2026, προβλέπεται να αποτελέσουν οι επενδύσεις, συµβάλλοντας στην ετήσια πραγµατική ανάπτυξη κατά 1,8 ποσοστιαίες µονάδες, με το αρνητικό επενδυτικό κενό της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωζώνη, που βαίνει συνεχώς µειούµενο από το 2020, αναµένεται στο τέλος του 2026 να έχει συρρικνωθεί στο µικρότερο µέγεθος για όλη την περίοδο, από την έναρξη της οικονοµικής προσαρµογής.
Ταυτοχρόνως, στην επιτάχυνση του ρυθµού ανάπτυξης, διαδραµατίζουν σημαντικό ρόλο τόσο η φορολογική µεταρρύθµιση όσο και οι λοιπές παρεµβάσεις, ύψους 1,76 δισ. ευρώ, που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης και βρίσκονται πλέον σε φάση υλοποίησης, τι στιγμή που θετική επίδραση στον ρυθµό ανάπτυξης της οικονοµίας, θα µπορούσε να προέλθει από την περαιτέρω ενίσχυση της δυναµικής του εξωτερικού τουρισµού και της ναυτιλίας.
Ήδη, έχοντας υποχωρήσει σε µονοψήφιο αριθµό το ποσοστό ανεργίας από το 2025, προβλέπεται το 2026 να βελτιωθεί κατά µισή ποσοστιαία µονάδα, με το εργατικό δυναµικό, διαµορφώνεται σε 8,6% βάσει της Έρευνας Εργατικού Δυναµικού, κάτι που αντιστοιχεί στο χαµηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα µετά το 2008, από 9,1%, ενώ ο πληθωρισµός σε όρους Εθνικού Δείκτη Τιµών Καταναλωτή αναµένεται να υποχωρήσει περαιτέρω, στο 2,2% το 2026, από 2,6% που αναµένεται να διαµορφωθεί το 2025.
Στο μεταξύ, η Ελλάδα θα συνεχίσει την πολιτική των υψηλών πλεονασµάτων και της µεγάλης αποκλιµάκωσης στο χρέος, αναφορικά με τις δηµοσιονοµικές επιδόσεις, καθώς το πρωτογενές αποτέλεσµα του Κρατικού Προϋπολογισµού αναµένεται να διαµορφωθεί σε 3,7% του ΑΕΠ το 2025 και σε 2,8% το 2026, με το συνολικό αποτέλεσµα της Γενικής Κυβέρνησης σε 0,6% το 2025 και σε -0,2% το 2026.
Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιµάται ότι θα διαµορφωθεί σε 362.800 εκατ. ευρώ ή 145,9% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, έναντι 364.965 εκατ. ευρώ ή 154,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2024,
Παρουσιάζοντας µείωση κατά 8,3 ποσοστιαίες µονάδες έναντι του 2024, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιµάται ότι θα διαµορφωθεί σε 362.800 εκατ. ευρώ ή 145,9% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, έναντι 364.965 εκατ. ευρώ ή 154,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ το 2026 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται ότι θα διαµορφωθεί σε 359.300 εκατ. ευρώ ή 138,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας µείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες µονάδες έναντι του 2025.
Την ίδια στιγμή, αναµένεται να αυξηθεί από 4,5% το 2024 σε 5,7% το 2025 και σε 10,2% το 2026, ο ρυθµός µεταβολής των επενδύσεων, καθώς, σε συνδυασµό µε τη δυναµική που επιδεικνύουν οι ιδιωτικές επενδύσεις, αναµένεται να υλοποιηθεί ένα σηµαντικά διευρυµένο πρόγραµµα δηµοσίων επενδύσεων το 2026, µε πόρους ύψους 16,7 δισ. ευρώ, έναντι 14,6 δισ. ευρώ το 2025.
Πρόκειται για μια αύξηση των επενδύσεων, που είναι πολλαπλάσια αυτής του µέσου όρου της Ευρωζώνης, καθώς εκτιµάται σε 2,2% για το 2025 και σε 2,5% για το 2026, µειώνοντας πιο πολύ το παραγωγικό κενό, αφού ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ αναµένεται να αυξηθεί από 16,4% το 2025 σε 17,7% το 2026, που είναι κάτω από το µέσο ποσοστό επενδύσεων την Ε.Ε., που φτάνει το 21%
Έχοντας ξεκινήσει µε επενδύσεις στο 10% του ΑΕΠ το 2019, η Ελλάδα θα συνεχίσει να παρουσιάζει τη µεγαλύτερη αύξηση επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, με το αρνητικό επενδυτικό κενό της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωζώνη, να αναµένεται στο τέλος του 2026 να έχει συρρικνωθεί στο µικρότερο µέγεθος για όλη την περίοδο από την έναρξη της οικονοµικής προσαρµογής.
Πλέον, ο ΟΟΣΑ σε πρόσφατη έρευνά του, κατέγραψε ροή για άµεσες ξένες επενδύσεις ύψους 3,6 δισ. ευρώ για το πρώτο µισό του χρόνου, δείγµα ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα για άµεσες επενδύσεις πάνω από 7,4 δισ. ευρώ για το σύνολο του 2025.
Τέλος, για τρίτη διαδοχική χρονιά το 2026, προβλέπεται να κινηθεί ανοδικά ο πραγµατικός µέσος µισθός, µε τον ρυθµό αύξησής του να επιταχύνεται σε 1,5%, από 0,5% το 2025, με τη παραγωγικότητα της εργασίας να αναμένεται επίσης να εισέλθει σε τροχιά επιτάχυνσης, µε τον ρυθµό ετήσιας αύξησής της να διαµορφώνεται σε 1,9%, από 1,5% το 2025, συµβάλλοντας στη διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονοµίας.