Στην ευνοϊκή δυναμική λόγω ισχυρών οικονομικών εξελίξεων, εστιάζει για τα ελληνικά ομόλογα η DBRS
Την επίδραση του υψηλότερου κόστους δανεισμού για μεγαλύτερο διάστημα στους τόκους εξυπηρέτησης και στο δημόσιο χρέους για εννέα χώρες της ζώνης του ευρώ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αξιολογεί η Morningstar DBRS, καθώς οι αποδόσεις των παγκόσμιων κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, λόγω των αυξανόμενων αναγκών χρηματοδότησης, της ποσοτικής σύσφιξης και των υψηλότερων ασφαλίστρων κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, ο συνολικός αντίκτυπος διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, ενώ τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν τις επιβαρύνσεις από τόκους των περισσότερων κυβερνήσεων, αφού όπως διαπιστώνει η αύξηση της επιβάρυνσης από τόκους τείνει να είναι πιο έντονη για χώρες με υψηλότερα αποθέματα χρέους, με παράδειγμα τη Γαλλία, ή Βέλγιο, από ότι για εκείνες με χαμηλότερα επίπεδα χρέους, όπως Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, καθώς η αύξηση των επιτοκίων ισχύει για μεγαλύτερο απόθεμα χρέους.
Βέβαια, οι χώρες που επηρεάζονται λιγότερο, είναι η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς ο αρνητικός αντίκτυπος του υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ευνοϊκή δυναμική του χρέους λόγω ισχυρών οικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων.
Συγκεκριμένα, το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης έχει αυξηθεί σημαντικά, σύμφωνα με την Morningstar DBRS, καθώς μετά από μια πολυετή περίοδο εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν απότομα το 2022 λόγω του σοκ του πληθωρισμού και της συνοδευτικής σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής.
Ωστόσο, για τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, οι ονομαστικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων συνέχισαν να αυξάνονται, παρά τη μείωση των πληθωριστικών πιέσεων και τώρα βρίσκονται σε γενικές γραμμές στα επίπεδα που παρατηρήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Όμως η αρχική άνοδος των αποδόσεων το 2022, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο σοκ του πληθωρισμού, αφού η διατήρηση των αποδόσεων των ομολόγων σε υψηλότερα επίπεδα τα επόμενα έτη φαίνεται να αντανακλά άλλους, πιο διαρθρωτικούς παράγοντες, ενώ οι μεσοπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό, που αποτελούν πιο σημαντικό παράγοντα για τις αποδόσεις από τις βραχυπρόθεσμες εξελίξεις στον πληθωρισμό, έχουν αυξηθεί μόνο μέτρια τα τελευταία χρόνια.
Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, σε μια μεταβαλλόμενη ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, φαίνεται να οφείλεται η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, καθώς και σε υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου λόγω των αυξανόμενων ανησυχιών των επενδυτών για τις δημοσιονομικές προοπτικές σε ορισμένες χώρες.
Φυσικά τα τελευταία χρόνια, η προσφορά κρατικών ομολόγων έχει αυξηθεί σημαντικά καθώς αρκετές μεγάλες οικονομίες παρουσιάζουν μεγάλα ελλείμματα και πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν υψηλότερα αποθέματα δημόσιου χρέους, εξέλιξη που συνοδεύτηκε από αύξηση της έκδοσης εταιρικών ομολόγων τα τελευταία χρόνια, που με τη σειρά της, θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση των επενδυτών για κρατικά ομόλογα.
Μετά την έναρξη της ποσοτικής αυστηροποίησης και τη μείωση της ζήτησης από επενδυτές όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, σημειώνει η DBRS, η διαρθρωτική ζήτηση για μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, έχει αποδυναμωθεί από τη σταδιακή κατάργηση των αγορών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες.
Με τη σειρά της, αυτή η μεταβαλλόμενη ισορροπία, απαιτούσε την απορρόφηση μεγαλύτερου μεριδίου των κρατικών ομολόγων από άλλους, συνήθως πιο ευαίσθητους στις τιμές, επενδυτές και, ως εκ τούτου, υψηλότερες αποδόσεις, ενώ αυτή η δυναμική προσφοράς και ζήτησης είναι απίθανο να αντιστραφεί μεσοπρόθεσμα, με τον οίκο να αναμένει ότι το κόστος χρηματοδότησης των κυβερνήσεων θα παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, τον αντίκτυπο του υψηλότερου κόστους δανεισμού, ανέλυσε ο οίκος, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην επιβάρυνση από τόκους και τον δείκτη χρέους για εννέα μεγάλες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης – Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία.
Ταυτοχρόνως, η βασική του υπόθεση είναι ότι τα επιτόκια παραμένουν στα τρέχοντα επίπεδα για το υπόλοιπο της δεκαετίας και ότι το κόστος χρηματοδότησης τα επόμενα χρόνια ισούται με την αντίστοιχη μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2026.
Με τις κυβερνήσεις να αναχρηματοδοτούν μόνο ένα κλάσμα του χρέους, η μετακύλιση των υψηλότερων επιτοκίων στις δαπάνες για τόκους πρόκειται να πραγματοποιηθεί σταδιακά με τα τρέχοντα επιτόκια κάθε χρόνο, ενώ το κόστος τόκων του υπόλοιπου χρέους δίνεται από το έμμεσο επιτόκιο του προηγούμενου έτους.
Ο συνολικός αντίκτυπος διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, με τις προβλέψεις της DBRS, να δείχνουν ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού τείνει να αυξάνει τις δαπάνες για τόκους, ενώ οι επιβαρύνσεις από τόκους των περισσότερων, αν και όχι όλων, κυβερνήσεων προβλέπεται να αυξηθούν μεταξύ 2025 και 2030.
Τέλος, οι μελλοντικές εξελίξεις των επιβαρύνσεων από τόκους παρουσιάζουν σημαντική ετερογένεια μεταξύ των χωρών, με τις δαπάνες για τόκους στη Γαλλία και το Βέλγιο να προβλέπεται να αυξηθούν κατά 0,9% και 0,6% του ΑΕΠ μεταξύ 2025 και 2030, αντίστοιχα, η κλίμακα της αλλαγής είναι πολύ λιγότερο έντονη στην Ισπανία με κέρδη 0,1%, στην Πορτογαλία με άνοδο 0,1% και την Ελλάδα με απώλειες 0,2%.