Για ομόλογα, μετοχές και ευάλωτα εμπορεύματα, βιώνοντας ένα νέο οικονομικό καθεστώς, μιλά η Moody’s
Ξεπέρασε τα 150 τρισ. δολάρια, η παγκόσμια κεφαλαιοποίηση της αγοράς μετοχών, με τα κέρδη να επικεντρώνονται στις ΗΠΑ, που πλέον αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας αξίας αγορών, σύμφωνα με την Moody’s, με τις αμερικανικές αγορές να έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις, την επίμονη αβεβαιότητα για την εμπορική πολιτική και τις ολοένα και πιο συγκεντρωμένες αποτιμήσεις σε μεγάλα ονόματα τεχνολογίας.
Συγκεκριμένα, ο αμερικανικός οίκος, κάνει λόγο για μία σημαντική μετατόπιση του μακροοικονομικού καθεστώτος, προς έναν κόσμο μεγαλύτερης αβεβαιότητας, δομικά υψηλότερων πραγματικών επιτοκίων και πολιτικής που διαμορφώνεται από γεωοικονομικές ανησυχίες και προβληματισμό για την ασφάλεια.
Πρόκειται για ένα νέο καθεστώς, το οποίο και αναδιαμορφώνει τις αγορές, που δεν είναι προστατευμένο, με τη σημερινή τιμολόγηση να βασίζεται σε στενές υποθέσεις που αφήνουν μικρό περιθώριο να απορροφηθεί ένα σοκ που δεν εξασθενεί, καθώς όπως επισημαίνει η Moody’s, σε αυτό το νέο καθεστώς, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν φτάσει σε υψηλά πολλών δεκαετιών, ακόμη και καθώς τα πιστωτικά περιθώρια παραμένουν περιορισμένα.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές αντανακλούν την υψηλότερη μεταβλητότητα του πληθωρισμού, εκτός από τη βραχυπρόθεσμη προσδοκία σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, αλλά και τις περισσότερες εκδόσεις χρέους και την ασθενέστερη ζήτηση για ομόλογα μεγάλης διάρκειας, υποδηλώνοντας μια διαρκή ανατιμολόγηση του κινδύνου και μια αποδυνάμωση του ρόλου των κρατικών ομολόγων ως ασφάλισης χαρτοφυλακίου.
Όμως φαίνεται να μην συνάδουν με την αυξημένη μακροοικονομική αβεβαιότητα, τα αυστηρότερα εταιρικά πιστωτικά περιθώρια, αλλά αντανακλούν τα ισχυρά κέρδη μέχρι στιγμής, τη μετατόπιση του κινδύνου χαμηλότερης αξιολόγησης στις ιδιωτικές αγορές και την εμπιστοσύνη στα μέσα στήριξης του επίσημου τομέα.
Βέβαια, η διασπορά μεταξύ κλάδων και περιοχών διευρύνεται, κάτω από την ανθεκτικότητα, με τους επενδυτές να μην δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία ελεύθερων ταμειακών ροών, στην τιμολογιακή ισχύ, στη καθαρότητα του ισολογισμού και στην κεφαλαιακή αποδοτικότητα, παρά μόνο στην επέκταση των εσόδων.
Παράλληλα, οι τομείς που προσελκύουν δυσανάλογη κεφαλαιακή και πολιτική υποστήριξη, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι συναφείς τεχνολογίες, η άμυνα, τα κρίσιμα ορυκτά και οι τομείς της ενεργειακής μετάβασης, μοιράζονται αυτά τα χαρακτηριστικά και όσες αγορές και κλάδοι έχουν μείνει πίσω ή αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές πιέσεις κόστους ανατιμολογούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ταυτοχρόνως, συνεχίζουν να ηγούνται, οι τομείς που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, υποστηριζόμενοι από ισχυρές προσδοκίες για κέρδη και έναν βιώσιμο κύκλο κεφαλαιουχικών δαπανών, επισημαίνει η Moody’s.
Οι εκτιμήσεις της Wall Street τοποθετούν τις βασικές συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη σε περίπου 7,6 τρισ. δολάρια μεταξύ 2026 και 2031, με τις δαπάνες των ΗΠΑ για την τεχνητή νοημοσύνη να παρουσιάζουν τριψήφια αύξηση στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη της τρέχουσας κυβέρνησης.
Ωστόσο, οι ημιαγωγοί, το τεχνολογικό υλικό και οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχουν ζήτηση ενέργειας για κέντρα δεδομένων βρίσκονται στον πυρήνα του κύκλου. Οι ίδιες δυνάμεις οδηγούν επίσης τη δραστηριότητα της κεφαλαιαγοράς: οι εκδόσεις ομολόγων που σχετίζονται με την τεχνολογία και οι ροές στις ιδιωτικές αγορές έχουν επιταχυνθεί σημαντικά, παράλληλα με το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης εντός του τομέα.
Φυσικά, εάν οι αποδόσεις των επενδύσεων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη υστερήσουν σε σχέση με τις προσδοκίες, η Moody’s σημειώνει πως τα αυξημένα αρχικά κόστη και οι εκτεταμένες αποτιμήσεις αφήνουν τον τομέα εκτεθειμένο σε πίεση περιθωρίου κέρδους και ισχυρή διόρθωση.
Τελικά, δύο ακόμη διαρθρωτικά θέματα, πέρα από την Τεχνητή Νοημοσύνη, αναδιαμορφώνουν τον χάρτη των αγορών, προσθέτει ο οίκος, η Άμυνα και Ενέργεια. Η αύξηση των παγκόσμιων αμυντικών δαπανών, με τις προβλέψεις του ΟΗΕ να υποδηλώνουν αύξηση από 2,7 τρισ. δολάρια το 2024 σε 4,7 – 6,6 τρισ. δολάρια έως το 2035, μετατρέπει την αεροδιαστημική και την άμυνα σε ένα σχεδόν αμυντικό αναπτυξιακό παιχνίδι, με τα πολυετή συμβόλαια να βελτιώνουν την ορατότητα των κερδών και την τιμολογιακή ισχύ.
Επιπλέον, λόγω των επαναλαμβανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, η ανατιμολόγηση της αγοράς ενέργειας, έχει ενισχύσει τους παραγωγούς ορυκτών καυσίμων και τις εταιρείες κοινής ωφέλειας, ενώ οι ενεργοβόρες βιομηχανίες (μεταφορές, δομικά υλικά, χημικά) έχουν μέχρι στιγμής αποφύγει σημαντική πτώση των μετοχών λόγω των προσδοκιών για υστέρηση στη μετακύλιση του κόστους – μια θέση που καθίσταται πιο δύσκολο να διατηρηθεί όσο περισσότερο το κόστος των εισροών παραμένει υψηλό.
Επίσης, προβάλλονται άνισα στην περιφερειακή απόδοση οι ίδιες τομεακές δυνάμεις, με τις ΗΠΑ να έχουν επωφεληθεί δυσανάλογα από τη στάθμιση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης και την ιδιότητά τους ως καθαρού εξαγωγέα ενέργειας, με την εταιρική κερδοφορία του πρώτου τριμήνου του 2026 να παρουσιάζει θετικές εκπλήξεις στο 85% των εταιρειών του S&P 500 και το 58% να εκδίδει θετικές προβλέψεις για το σύνολο του έτους.
Τελικά ο οίκος επισημαίνει η Ευρώπη βρίσκεται στο αντίθετο άκρο, με τον STOXX 600 να βιώνει μια πιο έντονη υποχώρηση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης λόγω της μεγαλύτερης έκθεσής του σε ενεργοβόρες βιομηχανίες και χρηματοπιστωτικά μέσα και ενός σχετικά μικρότερου μεριδίου του τεχνολογικού τομέα που παρέχει λιγότερη προστασία από ενεργειακούς κραδασμούς.