ΙΟΒΕ: Έως 321 δισ. ευρώ το κόστος χωρίς τη διάσωση των τραπεζών στην κρίση
Η κρατική παρέμβαση για τη στήριξη των ελληνικών τραπεζών είχε σημαντικό οικονομικό κόστος, ωστόσο ενδέχεται να απέτρεψε πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με έρευνα που εκπόνησαν από κοινού το ΙΟΒΕ και το Financial Markets Group του London School of Economics (LSE), η απουσία των ανακεφαλαιοποιήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε σωρευτικές απώλειες παραγωγής που θα έφταναν ακόμη και τα 321,2 δισ. ευρώ μέσα σε διάστημα δέκα ετών.
Η μελέτη εξετάζει τον ρόλο που διαδραμάτισε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, μετά τις σοβαρές επιπτώσεις που προκάλεσε η ελληνική κρίση χρέους. Ειδικότερα, οι ερευνητές αξιολόγησαν τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στην οικονομία εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι παρεμβάσεις ενίσχυσης των τραπεζικών κεφαλαίων, οι οποίες ξεκίνησαν το 2012.
Οι εκτιμήσεις της έρευνας βασίζονται σε δύο διαφορετικά υποθετικά σενάρια. Ανάλογα με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται, η συνολική απώλεια οικονομικής παραγωγής υπολογίζεται μεταξύ 133,7 και 321,2 δισ. ευρώ, σε σταθερές τιμές του 2011. Το ανώτερο ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 160% του ελληνικού ΑΕΠ για το συγκεκριμένο έτος.
Στο δυσμενέστερο ενδεχόμενο, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας θα μπορούσε να εμφανίσει μέση μείωση της τάξης του 16% κατά την πρώτη δεκαετία μετά την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (PSI). Αντίστοιχα, στο πιο ήπιο σενάριο, η απόκλιση θα περιοριζόταν περίπου στο 7%, με τις σωρευτικές απώλειες να ανέρχονται στα 133,7 δισ. ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί με το 65,7% του ΑΕΠ του 2011.
Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι τα παραπάνω ποσά αποτελούν αποτελέσματα οικονομικών προσομοιώσεων και όχι πραγματικές ζημίες που καταγράφηκαν ή βέβαιες προβλέψεις για το τι θα είχε συμβεί. Παρ’ όλα αυτά, αναδεικνύουν το μέγεθος των κινδύνων που θα αντιμετώπιζε η χώρα σε περίπτωση κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος.
Χωρίς την κεφαλαιακή ενίσχυση, οι τράπεζες θα δυσκολεύονταν σημαντικά να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση και να συνεχίσουν την παροχή δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Παράλληλα, η αυξημένη πιθανότητα χρεοκοπίας τους θα οδηγούσε σε υψηλότερο κόστος δανεισμού. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε περαιτέρω την ήδη πιεσμένη οικονομική δραστηριότητα, περιορίζοντας τις επενδύσεις, την κατανάλωση και την απασχόληση.
Η μελέτη επισημαίνει ότι, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το τραπεζικό σύστημα θα κινδύνευε να μετατραπεί σε ένα σύνολο προβληματικών ιδρυμάτων, τα οποία δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν αποτελεσματικά τον βασικό τους ρόλο: τη διοχέτευση χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία. Επιπλέον, θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος εφαρμογής μέτρων διάσωσης με συμμετοχή των καταθετών (bail-in), γεγονός που θα μπορούσε να εντείνει την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια.
Το δημοσιονομικό αποτύπωμα της τραπεζικής στήριξης
Παρά τα οφέλη που αποδίδονται στις ανακεφαλαιοποιήσεις, η διάσωση των τραπεζών επιβάρυνε σημαντικά τα δημόσια οικονομικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το ΤΧΣ διοχέτευσε συνολικά 46,9 δισ. ευρώ στο τραπεζικό σύστημα, ενώ εκτιμάται ότι θα καταφέρει να ανακτήσει περίπου 10,6 δισ. ευρώ από τις σχετικές παρεμβάσεις, τις διαδικασίες εξυγίανσης και τη συμμετοχή του σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.
Με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα, η καθαρή λογιστική ζημία του Ταμείου διαμορφώνεται περίπου στα 36,3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, εάν συνυπολογιστούν και άλλες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, όπως οι απώλειες φορολογικών εσόδων που σχετίζονται με τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, καθώς και οι πιθανές υποχρεώσεις από κρατικές εγγυήσεις, το συνολικό κόστος της στήριξης εκτιμάται ότι φτάνει τα 42,5 δισ. ευρώ.
Η σύγκριση αυτού του ποσού με τις πιθανές οικονομικές απώλειες που θα προέκυπταν από την απουσία κρατικής παρέμβασης οδηγεί σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα για την αποτίμηση της διάσωσης. Ειδικότερα, στο ηπιότερο από τα δύο υποθετικά σενάρια, η μελέτη εκτιμά ότι το όφελος για την οικονομία, μετά την αφαίρεση του δημοσιονομικού κόστους, θα μπορούσε να ανέλθει περίπου στα 91 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας.
Οι τρεις φάσεις ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών
Η αφετηρία των μεγάλων προβλημάτων για τις ελληνικές τράπεζες εντοπίζεται στο 2012, όταν πραγματοποιήθηκε η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Το PSI είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές ζημίες οι τράπεζες από τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που διατηρούσαν στα χαρτοφυλάκιά τους. Η επιβάρυνση αυτή αποδυνάμωσε σε μεγάλο βαθμό τους ισολογισμούς τους, οδηγώντας τα περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα σε αρνητική καθαρή θέση στο τέλος της χρονιάς.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης κρίθηκε αναγκαία η ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης. Η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2013, με τη συμμετοχή τόσο του Δημοσίου όσο και ιδιωτών επενδυτών. Ωστόσο, η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν αποδείχθηκε αρκετή για να καλύψει οριστικά τις ανάγκες του συστήματος.
Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2014 ακολούθησε ένας δεύτερος κύκλος ανακεφαλαιοποίησης, ο οποίος καλύφθηκε αποκλειστικά από ιδιωτικά κεφάλαια. Η τρίτη και τελευταία μεγάλη ανακεφαλαιοποίηση πραγματοποιήθηκε προς το τέλος του 2015, με τη συμμετοχή δημόσιων και ιδιωτικών πόρων.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ΤΧΣ είχε κεντρική θέση στη διαδικασία ενίσχυσης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, λειτουργώντας ως βασικός μηχανισμός διοχέτευσης κρατικών κεφαλαίων. Παράλληλα, συνέβαλε στην εξυγίανση και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, καλύπτοντας τις απαραίτητες χρηματοδοτικές ανάγκες για τη διασφάλιση των καταθέσεων.
Η παρέμβαση του Ταμείου πραγματοποιήθηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία, καθώς η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρή κρίση χρέους και είχε περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης στις διεθνείς αγορές. Παρά το υψηλό δημοσιονομικό κόστος, η ενίσχυση των τραπεζών συνέβαλε στην αποτροπή μιας γενικευμένης κατάρρευσης και στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, περιορίζοντας τον κίνδυνο ακόμη μεγαλύτερης επιδείνωσης της ελληνικής οικονομίας.