1. Home
  2. Το πρωτοσέλιδο
  3. Ορόσημο το placement της Εθνικής σύμφωνα με την S&P, αλλά δεν αλλάζει στάση για το αξιόχρεο
Ορόσημο το placement της Εθνικής σύμφωνα με την S&P, αλλά δεν αλλάζει στάση για το αξιόχρεο

Ορόσημο το placement της Εθνικής σύμφωνα με την S&P, αλλά δεν αλλάζει στάση για το αξιόχρεο

0

Για την  βελτίωση  της αποδοτικότητας των ελληνικών τραπεζών, που έχουν πετύχει  οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης και έχουν μειώσει τον μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα του κλάδου στο 32,4%, αποτελώντας τον  δεύτερο καλύτερο στην Ε.Ε, κάνει  λόγο  η S&P σε έκθεσή της με τίτλο: «Η έξοδος του ΤΧΣ από την Εθνική αποτελεί ορόσημο στο έπος αναδιάρθρωσης της Ελλάδας μετά την κρίση».

Στην έκθεση, αναφέρεται  πως η αναδιάρθρωση και η ενοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος πλησιάζει στο τέλος της, καθώς  στις 2 Οκτωβρίου 2024 το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ολοκλήρωσε την πώληση μεριδίου του στην Εθνική Τράπεζα, επισημαίνοντας  ότι καθώς οι εργασίες ομαλοποιούνται και η κερδοφορία βελτιώνεται, το Ταμείο  εκχωρεί σταδιακά  μερίδιά του στις εγχώριες συστημικά σημαντικές τράπεζες της Ελλάδας (D-SIBs).

Σύμφωνα με τον οίκο, οι υγιείς ισολογισμοί,  που παρέχουν  τους δείκτες ΝPE να διαμορφώνονται στο 3,6% για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες και στο 6,9% για το τραπεζικό σύστημα, έναντι του  υψηλού στο 48,6% στις 31 Μαρτίου 2018, αλλά  και οι σημαντικά βελτιωμένες προοπτικές κερδοφορίας,  σημαίνουν ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι σε καλή θέση για να εξέλθει συνολικά από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Μάλιστα, ο αναλυτής της S&P Global Ratings, Pierre Hollegien, δήλωσε πως: «Κατά την άποψή μας, η επιτυχημένη διάθεση των μετοχών του ΤΧΣ στις τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας και η ισχυρή ζήτηση από ξένους θεσμικούς επενδυτές για μετοχές της Εθνικής Tράπεζας καταδεικνύουν το ολοένα και πιο θετικό κλίμα των αγορών προς τις ελληνικές τράπεζες».

Ωστόσο, η S&P δεν αλλάζει στάση για το αξιόχρεο των τραπεζών, καθώς σύμφωνα με τον αναλυτή, η έξοδος του ΤΧΣ από τις τέσσερις τράπεζες δεν θα επηρεάσει την άποψή της  για την πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών, καθώς οι αξιολογήσεις  αντανακλούσαν πάντα την υπόθεσή  ότι η κρατική ιδιοκτησία θα ήταν προσωρινή και μη παρεμβατική.

Καθώς αποχωρεί το ΤΧΣ, αίρονται και οι περιορισμοί στη διαχείριση κεφαλαίων από τις τράπεζες, επιτρέποντάς τους να αναζητήσουν πιο ενεργή διαχείριση, αντίστοιχη με αυτή των διεθνών ανταγωνιστών τους, ενώ μετά από μια δεκαετία, οι τράπεζες επανέφεραν τα μερίσματα το 2024 και αυξάνουν σταδιακά τις πληρωμές μερισμάτων στο όριο του 40-50%.

Παράλληλα, κάποιες έχουν ήδη εμπλακεί σε κινήσεις εξαγορών, όπως η Eurobank που απέκτησε πλειοψηφικό ποσοστό στην Ελληνική Τράπεζα και τυχόν νέα deals, αλλά και πρόσθετες ανταμοιβές σε μετόχους, θα βαρύνουν την ενίσχυση κεφαλαίων από τις τράπεζες.

Τέλος, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) είναι το τελευταίο κατάλοιπο από την ελληνική κρίση χρέους, με τη  μείωσή τους όμως να χρειάζεται  χρόνια, ενώ οι υψηλές DTC επιβαρύνουν το αξιόχρεο των τραπεζών,  καθώς μια πιθανή ενεργοποίησή τους θα προκαλέσει αραίωση (dilution) στις μετοχές.

Ταυτοχρόνως, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στοχεύουν να μειώσουν τα ποσοστά των DTCs περίπου στο 30% ως το 2026 και κάτω από το 20% των κεφαλαίων τους ως το 2030, μέσω οργανικής παραγωγής κεφαλαίων και αποσβέσεων.