Άμεση ανάγκη, η ανανέωση του ακτοπλοϊκού στόλου με πράσινα και ασφαλή πλοία, σύμφωνα με τον ΣΕΕΝ
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και συγκεκριμένα στην ανανέωση του ακτοπλοϊκού στόλου με νέα πράσινα πλοία, μέσω ΣΔΙΤ, σε ένα έργο συνολικού προϋπολογισμού 265 εκατ. ευρώ, εστίασε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Χρήστος Στυλιανίδης, κατά την ομιλία του, στο Συνέδριο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) που πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Ευγενίδου.
Στο συνέδριο, ανάμεσα στους παρόντες, ο πρόεδρος ΕΛΙΜΕ και της ΟΛΘ ΑΕ Αθανάσιος Λιάγκος, ο πρόεδρος ΣΕΕΝ, Διονύσιος Θεοδωράτος, ο διευθύνων σύμβουλος του Αttica Group Πάνος Δικαίος, ο γενικός γραμματέας Ναυτιλίας & Λιμένων, Ευάγγελος Κυριαζόπουλος, ο αντιπρόεδρος Ακτοπλοΐας ΣΕΕΝ και γενικός διευθυντής της Levante Ferries Ευστράτιος Απέργης.
Επίσης, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Ομίλου ΟΝΕΧ, Πάνος Ξενοκώστας, ο διευθύνων σύμβουλος της Grant Thornton Βασίλειος Καζάς, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλειος Κορκίδης και ο πρόεδρος του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), Νικόλαος Βέττας.
Παίρνοντας τον λόγο, ο υπουργός Χρήστος Στυλιανίδης αναφέρθηκε στην καινοτόμα πολιτική και τις πρωτοβουλίες του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής για την υποστήριξη της πράσινης μετάβασης της επιβατηγού ναυτιλίας, τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των λιμενικών εγκαταστάσεων και υποδομών της χώρας αλλά και για τη μεταρρύθμιση του κλάδου της ακτοπλοΐας γενικότερα.
Όπως είπε: «Η ανάγκη για την πράσινη μετάβαση της επιβατηγού ναυτιλίας πρέπει να συνδυαστεί παράλληλα με την ασφάλεια, τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των λιμενικών εγκαταστάσεων και υποδομών. Για να γίνει αυτό πρέπει να συνυπάρξει το κράτος με την ελεύθερη αγορά, μέχρι το βαθμό που δεν ανατρέπεται η έννοια της ελεύθερης οικονομίας.

Η νέα πολιτική του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο τρίπτυχο: «Ασφάλεια – Εκσυγχρονισμός – Αναδιάρθρωση», που υλοποιείται μέσα από 6 στρατηγικές πρωτοβουλίες:
- Την Ψηφιακή Πύλη «Δικαιώματα Επιβατών»
- Τις Χρονοθυρίδες (Ψηφιακός απόπλους – κατάπλους)
- Τη Σύμπραξη Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) για πράσινα πλοία σε άγονες γραμμές
- Το Masterplan ανανέωσης του ακτοπλοϊκού στόλου
- Το Συνεργατικό Σχήμα (Cluster) για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ναυτιλίας
- Την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του Υπουργείου και του Λιμενικού Σώματος».
Μιλώντας για την εξεύρεση/κάλυψη της απαιτούμενης χρηματοδότησης για την υλοποίηση των παραπάνω έργων, ο κ. Υπουργός μετέφερε τη δέσμευση των νέων μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τα οποία είχε σειρά συναντήσεων προ ολίγων ημερών στις Βρυξέλλες, να συνεχίσει να υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες και τα έργα που αποσκοπούν στη σύγχρονη και περιβαλλοντικά φιλική ναυτιλία, με τις ανάλογες λιμενικές υποδομές.
«Είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος που με σκληρή και συστηματική δουλειά, πετύχαμε να εξασφαλίσουμε σημαντικές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις μέσα από το ΕΣΠΑ και από άλλες πηγές για να υλοποιήσουμε τα έργα αυτά», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Και πρόσθεσε: «Η διαπραγμάτευση συνεχίζεται. Είναι δύσκολη διαπραγμάτευση αλλά πιστεύω ότι και εδώ, θα έχουμε κάποια αποτελέσματα που θα βοηθήσουν πάρα πολύ στις μεγάλες πρωτοβουλίες μας που αφορούν στο ΣΔΙΤ των άγονων γραμμών αλλά και τη χρηματοδότηση που θα έχουν οι εταιρείες μας για να φτάσουν στην πράσινη μετάβαση με έναν φυσιολογικό και ήπιο τρόπο, έτσι ώστε να πάμε στην επόμενη σοβαρή φάση για την ελληνική επιβατηγό ναυτιλία».
Ολοκληρώνοντας, ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ευχαρίστησε τον ΣΕΕΝ για την άψογη συνεργασία του με το υπουργείο, επισημαίνοντας για ακόμη μία φορά ότι απαιτείται διατομεακή συνεργασία του συνόλου των εμπλεκόμενων φορέων στην ακτοπλοΐα, για να αντιμετωπιστούν οι σύνθετες προκλήσεις που αναδύονται και να μετατραπούν σε ευκαιρίες.
Από την πλευρά του, πρόεδρος ΕΛΙΜΕ και της ΟΛΘ ΑΕ Αθανάσιος Λιάγκος, ανέδειξε τη σημασία της συμμετοχής των λιμενικών οργανισμών σε ενεργειακές κοινότητες, αλλά και την ανάγκη ενίσχυσης του στελεχιακού δυναμικού στα λιμάνια. Χαρακτηριστικά σημείωσε: «Η σωστή στελέχωση και η επένδυση στην εκπαίδευση των εργαζομένων είναι βασικά συστατικά για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη των λιμενικών μας υποδομών».
Συνεχίζοντας, ο πρόεδρος ΣΕΕΝ, Διονύσιος Θεοδωράτος επισήμανε ότι : «Πάνω από 1 δις ευρώ έχουν επενδυθεί για την αναβάθμιση του στόλου από την ελληνική ακτοπλοΐα», προσθέτοντας πως: «Δε θα ασπαστώ την άποψη ότι οι ακτοπλόοι δεν έχουν κάνει βήματα για την ανάπτυξη της ελληνικής επιβατηγού ναυτιλίας.
Είμαστε περήφανοι για τις υπηρεσίες που προσφέρουμε, ειδικά σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Πάνω από 1 δις έχουν επενδυθεί για την αναβάθμιση του στόλου από την ελληνική ακτοπλοΐα». Σημείωσε επίσης ότι οι Έλληνες ακτοπλόοι είναι έτοιμοι να επενδύσουν, καθώς και να αξιοποιήσουν τις διαθέσιμες ευκαιρίες, αρκεί αυτές να υπάρξουν.
Το θέμα της πράσινης ανάπτυξης δεν είναι καινούριο, σύμφωνα με τον κύριο Θεοδωράτο, αλλά έχουν ήδη επενδυθεί σημαντικά κεφάλαια, ενώ οι ακτοπλόοι είναι σε διαρκή επαφή με το Υπουργείο.
Ακολουθώντας τον συλλογισμό του Υπουργού Ναυτιλίας, ο πρόεδρος του ΣΕΕΝ αναφέρθηκε επίσης στη σημασία των μακροπρόθεσμων συμβάσεων 12ετίας, οι οποίες «έφεραν νέα πλοία» καθώς και τη δυνατότητα καλύτερου προγραμματισμού για τους επιχειρηματίες του κλάδου.
Κατόπιν, ο διευθύνων σύμβουλος του Αttica Group Πάνος Δικαίος διευκρίνισε πως: «Σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι, η Ευρώπη διαθέτει 40 δις επενδύσεων τον χρόνο για την πράσινη μετάβαση, που υπολογίζεται να φτάσουν το 1 τρισ. μέχρι το 2050. Το Υπουργείο έκανε αξιέπαινες προσπάθειες να φέρει όσα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι διαθέσιμα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη.
Πρέπει να πιέσουμε την Ευρώπη να δει κατάματα το θέμα και να θεσμοθετήσει ανάλογα μέτρα χρηματοδότησης για να υποστηρίξει όσα έχει η ίδια θεσμοθετήσει». Ο διευθύνων σύμβουλος του Αttica Group επεσήμανε επίσης τη σημασία της συνεργασίας στην πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης.
Νωρίτερα, αναφερόμενος στο θέμα των κρατικών χρηματοδοτήσεων για την ακτοπλοΐα, γενικός γραμματέας Ναυτιλίας & Λιμένων, Ευάγγελος Κυριαζόπουλος, επισήμανε ότι το Υπουργείο Ναυτιλίας διαχειρίζεται το τομεακό πρόγραμμα για τους λιμένες για πρώτη φορά. Σχολιάζοντας το φιλόδοξο πρόγραμμα επενδύσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη, σημείωσε:
«Για πρώτη φορά χρηματοδοτούμε, όχι απευθείας το πλοίο, αλλά τη ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα, με ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε από 80 εκατ. και έφτασε τα 160 εκατ., φτάνοντας στα 700 εκ. με τις επενδύσεις των ιδιωτών. Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε αύξηση στις αδειοδοτήσεις κατά 32% στον ναυπηγοεπισκευαστικό κλάδο».
Ο κ. Κυριαζόπουλος επεσήμανε την κρισιμότητα της ανάπτυξη υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δύο νέων ναυπηγείων της Σύρου και της Ελευσίνας, υπογραμμίζοντας και τον ρόλο των ΣΔΙΤ. Παράλληλα επεσήμανε τον ρόλο της Ευρώπης στην προστασία του καταναλωτή από τις επιβαρύνσεις, με τα κατάλληλα μέτρα ώστε να επιμεριστεί δίκαια το βάρος του περιβαλλοντικού κόστους.
Μάλιστα, ο αντιπρόεδρος Ακτοπλοΐας ΣΕΕΝ και γενικός διευθυντής της Levante Ferries Ευστράτιος Απέργης, εστίασε στις ανάγκες αναδιοργάνωσης των λιμενικών ταμείων και στα προβλήματα που προκύπτουν από την έλλειψη διοικητικής και τεχνικής υποδομής. Σε δήλωσή του τόνισε:
«Η απλοποίηση διαδικασιών και η ενίσχυση των διοικητικών δομών στα λιμενικά ταμεία είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων και την αποτελεσματική διαχείριση των λιμένων».
Κατά τη δική του τοποθέτηση, ο διευθύνων σύμβουλος της Grant Thornton Βασίλειος Καζάς σημείωσε πως από τα 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, τα 17 αφορούν δάνεια τα οποία μπορούν να δοθούν στην ακτοπλοΐα και τον κλάδο της ναυτιλίας, λέγοντας ότι:
«Έχουμε κατορθώσει ως χώρα να εισπράξουμε 18,1 δισ. στα κρατικά ταμεία. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 1088 επενδυτικά προγράμματα που τρέχουν στην πρωτοποριακή ηλεκτρονική πλατφόρμα. Υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί διαθέσιμοι πόροι, όπως αυτοί για την αποανθρακοποίηση.
Έχουμε τόσα πολλά εργαλεία και διαθέσιμους πόρους, που με την κατάλληλη συνεργασία μπορούμε να είμαστε μέσα στις πρώτες χώρες από πλευράς απορρόφησης και αξιοποίησης τους».
Με τη σειρά του, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλειος Κορκίδης επεσήμανε το δίλημμα που υφίσταται ανάμεσα στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης ή την επιβράδυνση της λόγω του υψηλού της κόστους.
Τόνισε στη συνέχεια τον ρόλο της ακτοπλοΐας ως βασικό μέσο μαζικής μεταφοράς, υπογραμμίζοντας ότι οι επενδύσεις στη ναυτιλία έχουν στη μεγάλη τους πλειοψηφία πραγματοποιηθεί από ίδιους πόρους ή δάνεια που επιβαρύνουν τις ίδιες τις εταιρείες, αμφισβητώντας την επάρκεια των χρηματοδοτήσεων που προέρχονται από το Υπουργείο.
Στη συνέχεια, αναφορικά με τη δυνατότητα της ελληνικής βιομηχανίας να κατασκευάσει σύγχρονα πλοία τοποθετήθηκε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Ομίλου ΟΝΕΧ, Πάνος Ξενοκώστας, ο οποίος, αναφερόμενος στα δύο νέα ναυπηγεία του Ομίλου, δήλωσε:
«Μέσα σε 5 χρόνια έχουν γίνει μεγάλα βήματα», διευκρινίζοντας ωστόσο πως δεν έχουν υπάρξει επιδοτήσεις που να υποστηρίζουν τη δραστηριότητα αυτή. «Κρίνεται το κατά πόσο αυτές οι επιδοτήσεις θα γυρίσουν στην ελληνική οικονομία και θα υπάρχουν άμεσα ορατά αποτελέσματα με μετρήσιμους όρους, πχ. θέσεις εργασίας».
Ο ίδιος, αναγνωρίζοντας ωστόσο πως τα αρμόδια υπουργεία βοήθησαν στο να προσπεραστούν κάποια από τα εμπόδια που προκύπτουν από το απαρχαιωμένο θεσμικό πλαίσιο. «Τα σύγχρονα ναυπηγεία πρέπει να επεκταθούν σε άλλες δραστηριότητες και να συμβάλουν στην ενεργειακή μετάβαση της χώρας συνολικά, μέσω της πολυσχιδούς βιομηχανικής δραστηριότητας που θα αγγίζει άλλους τομείς», κατέληξε.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), Νικόλαος Βέττας παρουσίασε τα ευρήματα της μελέτης που διεξήχθη από το ΙΟΒΕ με τίτλο «Η επίδραση από την εφαρμογή της νομοθεσίας “Fit for 55” στον κλάδο της επιβατηγού ναυτιλίας στην Ελλάδα».
Η μελέτη αναλύει τις πιθανές επιπτώσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας «Fit for 55» στον τομέα της ελληνικής ακτοπλοΐας και, κατ’ επέκταση, στην οικονομία των νησιωτικών περιοχών. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η εφαρμογή των νέων περιβαλλοντικών κανονισμών ενδέχεται να επιφέρει αύξηση του λειτουργικού κόστους των ακτοπλοϊκών εταιρειών κατά περίπου 320 εκατ. ευρώ έως το 2031, σε σύγκριση με ένα σενάριο μη εφαρμογής των μέτρων.
Οι πιθανές συνέπειες αυτής της αύξησης του κόστους περιλαμβάνουν τη μείωση της συχνότητας των δρομολογίων και την αύξηση των τιμών των εισιτηρίων με αποτέλεσμα τη μείωση της επιβατικής κίνησης κατά 10,4% το 2031. Τέλος, θα επιφέρει απώλεια θέσεων εργασίας, λόγω της συνολικής μείωση της δραστηριότητας του κλάδου της ακτοπλοΐας.
Η μελέτη εκτιμά ότι η συνολική απώλεια του ΑΕΠ θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 650 εκατ. ευρώ έως το 2031, ενώ οι απώλειες θέσεων εργασίας θα μπορούσαν να ανέλθουν σε 16.000 σε ολόκληρη την ελληνική οικονομία.
Προτείνει επίσης την ανάγκη λήψης μέτρων στήριξης από την πολιτεία προκειμένου να μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις της νέας νομοθεσίας στον τομέα της ακτοπλοΐας και στην οικονομία των νησιών. Καταλήγοντας, ο κ. Βέττας έδωσε επίσης έμφαση στην ανάγκη επένδυσης στην πράσινη μετάβαση της επιβατηγού ναυτιλίας και στις νέες τεχνολογίες που μπορούν να αναβαθμίσουν τα λιμάνια και τον στόλο.