1. Home
  2. Το πρωτοσέλιδο
  3. Έτοιμη να ανταποκριθεί στις παγκόσμιες προκλήσεις η Ελλάδα, είπε ο Παύλος Μυλωνάς
Έτοιμη να ανταποκριθεί στις παγκόσμιες προκλήσεις η Ελλάδα, είπε ο Παύλος Μυλωνάς

Έτοιμη να ανταποκριθεί στις παγκόσμιες προκλήσεις η Ελλάδα, είπε ο Παύλος Μυλωνάς

0

Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στην  Ελλάδα η οποία θα επηρεαστεί λιγότερο από άλλες οικονομίες, με την επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος, επισημαίνοντας πως η χώρα  βρίσκεται σε πολύ καλή θέση για να αντιμετωπίσει τις νέες παγκόσμιες προκλήσεις, όπως οι δασμοί και η δέσμευση των χωρών του ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών, εστίασε ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς, στο 29ο συνέδριο του Economist, στο πάνελ με θέμα “The Prospects for Greece and Europe and the Rising Uncertainty in the Global Economy”, όπου συμμετείχαν επίσης ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης  και ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ, Alfred Kammer.

Σύμφωνα με τον κ. Μυλωνά, η ελληνική οικονομία διαθέτει ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα που της επιτρέπουν να προστατεύσει τον υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου ρυθμό ανάπτυξης και να υποστηρίξει την αναπτυξιακή της δυναμική.

Όσον αφορά  τους δασμούς, οι εξαγωγές αγαθών προς τις ΗΠΑ αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 5% των συνολικών εξαγωγών αγαθών της χώρας  και σε λιγότερο από 1% του ΑΕΠ, με το ¼ να αφορά σε ενεργειακά προϊόντα, τα οποία εξαιρούνται των δασμών. Επιπλέον, τα δύο-τρίτα των ελληνικών εξαγωγών κατευθύνονται στην Ε.Ε. και επομένως οι δασμοί επηρεάζουν την Ελλάδα κυρίως έμμεσα, μέσω της δυνητικής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρώπη.

Συνεχίζοντας ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, αναφερόμενος στον τομέα της Άμυνας, υποστήριξε  πως η Ελλάδα δαπανά ήδη σημαντικά ποσά,  γύρω στο 3,1% του ΑΕΠ και συνεπώς δεν χρειάζεται να ανακατευθύνει μεγάλες κρατικές δαπάνες για να καλύψει τη δέσμευση των χωρών του ΝΑΤΟ για 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035.

Ταυτόχρονα,  η άνθηση των επενδύσεων αλλάζει ριζικά την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, με τις  επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, εξαιρουμένων των κατασκευών, που έχουν υψηλότερο πολλαπλασιαστή από την κατασκευαστική δραστηριότητα,  διαμορφώνονται σε ιστορικό υψηλό, στο 10,1% του ΑΕΠ, οριακά  χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 10,5% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα δεν αναμένεται να επιβραδύνει, σύμφωνα με την αύξηση των επιχειρηματικών δανείων κατά 17% σε ετήσια βάση, την ώρα που οι τράπεζες διαθέτουν μεγάλη σειρά έργων προς έγκριση, ενώ οι επενδύσεις θα δεχθούν περαιτέρω ώθηση από το ΤΑΑ, με τα κεφάλαια που αναμένεται να συνεχίσουν να εισρέουν στην οικονομία, συγκεκριμένα από το δανειακό μέρος του προγράμματος, 18 δισ. ευρώ, έως το 2028-29.

Βέβαια,  η σκληρή δουλειά στο δημοσιονομικό πεδίο έχει αποφέρει καρπούς, με το πρωτογενές πλεόνασμα, να  ξεπερνά κατά πολύ τους στόχους και βρίσκεται στο ιστορικό υψηλό του 4,8% του ΑΕΠ, λειτουργώντας πλέον υποστηρικτικά και όχι ανασταλτικά όπως στο παρελθόν, ενώ  για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, τόσο η νομισματική όσο και η δημοσιονομική πολιτική αλληλοενισχύονται, αντί να αλληλοαναιρούνται.

Όμως, η μάχη για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος και η άνοδος των ψηφιακών πληρωμών έχει συνεισφέρει τα μέγιστα σε αυτό το αποτέλεσμα. Είναι εντυπωσιακό ότι το επίπεδο των ψηφιακών πληρωμών διαμορφώνεται στο 28% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 25%.

Ολοκληρώνοντας ο κ. Μυλωνάς αναφέρθηκε και στην ανάπτυξη του κλάδου υψηλής τεχνολογίας στην Ελλάδα από το 0% του ΑΕΠ σε περίπου 1,5% του ΑΕΠ σε μόλις 7 χρόνια, με την Ελλάδα να τείνει να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα data hubs στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην περιοχή της Μεσογείου, στα επόμενα πέντε χρόνια.

Ωστόσο, παρά  το ευνοϊκό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν, αλλά χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις και για να επιτευχθεί ο στόχος θα πρέπει να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις.

Καταλήγοντας, ο κ. Μυλωνάς έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κενό και την ανάγκη για κίνητρα ενίσχυσης της αποταμίευσης και επενδύσεων των νοικοκυριών, ενώ επισήμανε και την σημασία της διευκόλυνσης των συγχνωνεύσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων ώστε να δημιουργηθούν ισχυρότερες επιχειρήσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα