Η μεγάλη τομή με αιχμή τη φορολογία και τι αναμένεται να πει ο πρωθυπουργός απόψε στο Βελλίδειο
Την πεποίθησή ότι μπορεί να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, προκειμένου να ανανεώσει το συμβόλαιο εμπιστοσύνης με τους πολίτες, εκφράζει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με τη η σημερινή ομιλία του στο Βελλίδειο, στο πλαίσιο των εγκαινίων της 89ης ΔΕΘ, ενόψει και των επικείμενων εθνικών εκλογών τις οποίες επιμένει να προσδιορίζει για την άνοιξη του 2027.
Ο πρωθυπουργός, σε μια κομβική στιγμή της δεύτερης κυβερνητικής του θητείας, καλείται να πείσει, στην πιο κρίσιμη ΔΕΘ στη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ότι εξακολουθεί να κρατά σταθερά το τιμόνι και ότι τα όποια εμπόδια έχουν βρεθεί στο δρόμο του είναι αντιμετωπίσιμα, θεωρώντας τις σημερινές εξαγγελίες του ως ένα κομμάτι στην υλοποίηση της συνολικής πολιτικής που ξεκίνησε το 2019 και συνεχίστηκε το 2023, αλλά διαμηνύει σε συνομιλητές του ότι αυτές δεν αρκούν για να κερδίσει την επανεκλογή του.
Σύμφωνα με τον ίδιο: «Δεν είναι σκοπός να πάρουμε μία ή δύο μονάδες την επόμενη εβδομάδα λόγω της ΔΕΘ, δεν με απασχολεί αυτό. Το βραχυπρόθεσμο δεν έχει την ίδια επίδραση στο τέλος της τετραετίας», χωρίς να υποβαθμίζει τη σπουδαιότητα των ανακοινώσεών του, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες, θα κινηθεί στην ομιλία του σε δύο κατευθύνσεις:
Η πρώτη θα αφορά στα οικονομικά μέτρα για το 2026 και η δεύτερη σε μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να γίνουν με ορίζοντα το 2030, την τρίτη δηλαδή τετραετία που προσδοκά να κυβερνήσει τη χώρα, αφού όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, πρόκειται για μεγάλες μεταρρυθμίσεις που ξεπερνούν τον ορίζοντα της τετραετίας και γι’ αυτό, όπως θα πει ο κ. Μητσοτάκης, απαιτούνται ευρύτερες συναινέσεις.
Συγκεκριμένα, με τον ριζικό ανασχεδιασμό της φορολογικής κλίμακας, που θα ισχύσουν από τον Ιανουάριο του 2026, συνολικού κόστους για τον κρατικό Προϋπολογισμό 1 δισ. ευρώ, με μειώσεις και προσθήκες συντελεστών αλλά και νέα κλιμάκια εισοδήματος, οριστικοποιήθηκε στις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν στο Μέγαρο Μαξίμου.
Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού χώρου που θα διαθέσει η κυβέρνηση για μέτρα στήριξης μισθωτών και συνταξιούχων θα κατευθυνθεί στις παρεμβάσεις στη φορολογική κλίμακα, που, σύμφωνα με πληροφορίες, αναδιαμορφώνεται εκ βάθρων σε σχέση με την υφιστάμενη.
Ειδικότερα, από τους παλιούς συντελεστές, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ο μόνος που παραμένει θα είναι ο χαμηλός συντελεστής 9%, που αφορά εισοδήματα έως 10.000 ευρώ από μισθούς, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, κάτι που σημαίνει ότι ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει ότι θα υπάρξουν παρεμβάσεις σε όλους τους υπόλοιπους συντελεστές, 22%, 28% και 36%, ενώ ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής 44% θα επιβάλλεται σε εισοδήματα από 50.000 ευρώ και πάνω, αντί 40.001 ευρώ, όπως ισχύει σήμερα.
Βέβαια δεν αποκλείεται τα κλιμάκια φορολόγησης να αυξηθούν κλιμακωτά κατά 5.000 ευρώ ή ακόμα και πιο υψηλά, δίνοντας μικρότερες ή μεγαλύτερες ανάσες στους φορολογούμενους μέσω της μείωσης μηνιαίας παρακράτησης φόρου από τον προσεχή Ιανουάριο, ενώ όφελος θα έχουν όλοι οι φορολογούμενοι που δηλώνουν εισοδήματα πάνω από το αφορολόγητο όριο των 9.000-10.000 ευρώ, με πιο κερδισμένες όμως από τις αλλαγές στη φορολογική κλίμακα τις οικογένειες με παιδιά, καθώς θα έχουν έξτρα φοροελάφρυνση που μπορεί να ξεπερνά τον έναν μισθό ετησίως.
Παράλληλα, για τις πολύτεκνες οικογένειες με χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα υπάρχει σενάριο ακόμα και για καταβολή μηδενικού φόρου, αλλά για την πρόταση αυτή υπάρχουν “δυσκολίες” από τα ευρωπαϊκά όργανα, που μέχρι στιγμής δεν έχουν δώσει πράσινο φως για την υλοποίησή της, καθώς η φορολογική επιβάρυνση για οικογένειες με δύο παιδιά διαμορφώθηκε το 2024 στο 39,3% του κόστους εργασίας τους, έναντι 31,8% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην 8η υψηλότερη θέση μεταξύ των 38 μελών του Οργανισμού.
Πιο αναλυτικά, το πλέον πιθανό σενάριο για έξτρα φοροελάφρυνση οικογενειών με παιδιά, είναι να υπάρξει γενναία κλιμακωτή αύξηση του αφορολόγητου ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα στο τραπέζι υπάρχει εισήγηση για μηδενισμό της φορολόγησης των πολύτεκνων οικογενειών, που δεν έχει “οριστικοποιηθεί”, καθώς συνεχίζονται οι διαβουλεύσεις με τους Ευρωπαίους.
Σημειώνεται πως οι πολύτεκνες οικογένειες στη χώρα μας ανέρχονται σε 22.500, με βάση τις φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν το 2024, με τη κυβέρνηση να αναγνωρίζει ότι, με την ακρίβεια να συρρικνώνει τα οικογενειακά εισοδήματα, τα νοικοκυριά με παιδιά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και παρεμβαίνει δίνοντας έξτρα φορολογική ενίσχυση.
Πρόκειται για ένα μέτρο, όπως εξηγούν κυβερνητικά στελέχη, που εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική που θα εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση του οξύτατου δημογραφικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας, καθώς όλοι οι δείκτες επιδεινώνονται δραματικά χρόνο με τον χρόνο.
Ταυτοχρόνως, η αύξηση του αφορολόγητου κατά 1.000 ευρώ σε 1,34 εκατ. νοικοκυριά με παιδιά τον Ιανουάριο του 2024 έφερε αυξημένες καθαρές αποδοχές από 6,4 έως 18,3 ευρώ τον μήνα, με αποτέλεσμα η έκπτωση φόρου εισοδήματος να διαμορφωθεί ως εξής:
– Από τα 810 στα 900 ευρώ για 1 εξαρτώμενο τέκνο.
– Από τα 900 στα 1.120 ευρώ για 2 εξαρτώμενα τέκνα.
– Από τα 1.340 στα 1.580 ευρώ για 4 εξαρτώμενα τέκνα.
Στο μεταξύ, οι μεγάλοι κερδισμένοι των αλλαγών στη φορολογική κλίμακα το 2019 ήταν αναμφισβήτητα οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις, αφού οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε όλο το φάσμα του δηλωθέντος εισοδήματός τους διαπίστωσαν μια μείωση φόρου από τα 1.170 ευρώ για ετήσιο εισόδημα μέχρι 9.000 ευρώ, έως 1.700 ευρώ για ετήσιο εισόδημα 60.000 ευρώ.
Ελαφρύνσεις είχαν μισθωτοί και συνταξιούχοι με αποδοχές έως και 12.000 ευρώ τον χρόνο, ενώ μηδαμινό όφελος υπήρχε για τους έχοντες εισοδήματα από 12.000 έως 50.000 ευρώ. Το όφελος για τη μεσαία τάξη ουσιαστικά εκμηδενίστηκε λόγω της αλλαγής στην έκπτωση φόρου που προβλέπεται για μισθωτούς και συνταξιούχους.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η κυβέρνηση έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την αδικία με ολικό λίφτινγκ στη φορολογική κλίμακα, ώστε να υπάρξει μόνιμο όφελος, μικρό ή μεγαλύτερο, για το σύνολο των φορολογούμενων της μεσαίας τάξης, με τον κατώτατο συντελεστή 9%, που αφορά εισοδήματα έως 10.000 ευρώ, να παραμείνει αμετάβλητος.
Τέλος, οι αλλαγές στην κλίμακα φορολόγησης των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων θα επηρεάσουν θετικά και τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους που δηλώνουν μεσαία εισοδήματα, καθώς αν για παράδειγμα, επαληθευτεί το σενάριο και αυξηθούν τα εισοδηματικά κλιμάκια κατά 5.000 ευρώ, ένας ελεύθερος επαγγελματίες με καθαρά κέρδη 15.000 ευρώ θα έχει ετήσιο όφελος 650 ευρώ, καθώς η επιβάρυνσή του, από 2.000 ευρώ που ανέρχεται σήμερα, θα μειωθεί στα 1.350 ευρώ.