«Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς ρωσικό και χωρίς καταριανό αέριο», είπε ο Ε. Μυτιληναίος
Στον κίνδυνο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, στις επιπτώσεις της κρίσης στον Κόλπο αλλά και στο διαρθρωτικό πρόβλημα του ενεργειακού κόστους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, εστίασε ο Executive Chairman της Metlen Ευάγγελος Μυτιληναίος, κατά την τοποθέτησή του, στο ενεργειακό συνέδριο των Financial Times.
Στην ομιλία του, ο κ. Μυτιληναίος αναφέρθηκε για ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων, λέγοντας πως η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα ενεργειακή κρίση, την ώρα που τα αποθέματα φυσικού αερίου γεμίζουν με σημαντική καθυστέρηση και οι τιμές του αερίου έχουν ήδη αυξηθεί κατά 40% έως 50%.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία του βρίσκεται ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές της αγοράς, καθώς είναι από τους μεγαλύτερους ιδιώτες παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, αλλά και ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς καταναλωτές, μέσω της παραγωγής αλουμινίου, σημειώνοντας πως: «Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η μία δραστηριότητα αντισταθμίζει την άλλη. Σήμερα όμως οι συνθήκες δεν είναι φυσιολογικές».
Συνεχίζοντας, ο κ. Μυτιληναίος διευκρίνισε πως η κρίση στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τόσο την αγορά αλουμινίου όσο και την αγορά φυσικού αερίου. Από τη μία πλευρά, οι τιμές του αλουμινίου εκτινάσσονται, καθώς μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας βρίσκεται στις χώρες του Κόλπου λόγω του χαμηλού ενεργειακού κόστους. Από την άλλη, το φυσικό αέριο –που χαρακτήρισε ως τη σημαντικότερη πρώτη ύλη για τη Metlen– έχει ακριβύνει δραματικά.
Μάλιστα στάθηκε ιδιαιτέρως στο ότι η εταιρεία έχει ήδη προχωρήσει σε αντιστάθμιση κινδύνου (hedging) όχι μόνο για το 2026, αλλά και για το 2027, εκτιμώντας ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη σήμερα είναι η καθυστέρηση στην πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου, λέγοντας πως τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται περίπου στο 30%, όταν την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι ήταν κοντά στο 50%.
Βέβαια, η προειδοποίησή του ότι εάν η κρίση στον Κόλπο παραταθεί για μήνες, προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση, καθώς η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί χωρίς επαρκείς εναλλακτικές πηγές προμήθειας, διερωτώμενος: «Αποφασίσαμε να απαλλαγούμε από το ρωσικό αέριο και λίγους μήνες αργότερα έχουμε τον πόλεμο στον Κόλπο. Δεν έχουμε ούτε ρωσικό αέριο ούτε καταριανό LNG. Ποιος κερδίζει από αυτό»;
Κατόπιν, ασκώντας κριτική στις αποφάσεις των Βρυξελλών για τον πλήρη αποκλεισμό του ρωσικού αερίου, ο κ. Μυτιληναίος σημείωσε ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτική όταν λαμβάνει τόσο κρίσιμες αποφάσεις ενεργειακής πολιτικής, ενώ υπογράμμισε ότι, εάν η κρίση διαρκέσει ακόμη περισσότερο και τα αποθέματα εξαντληθούν, η Ευρώπη ενδέχεται να αναγκαστεί να επιστρέψει στη Ρωσία αναζητώντας πρόσθετες ποσότητες αερίου.
Μιλώντας για τη σημερινή κατάσταση στην αγορά LNG, παραδέχθηκε ότι η Ευρώπη έχει αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τη ρωσική εξάρτηση με αμερικανικό LNG. Όπως είπε, τα περισσότερα φορτία LNG που φθάνουν στην Ελλάδα και χρησιμοποιεί η Metlen είναι αμερικανικής προέλευσης. Ωστόσο απέφυγε να απαντήσει ευθέως στο ερώτημα εάν η Ευρώπη κινδυνεύει να εξαρτηθεί υπερβολικά από τις ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντας το θέμα “βαρύ πολιτικό ζήτημα”.
Στη συνέχεια, ο Executive Chairman της Metlen, συνέδεσε άμεσα την ενεργειακή κρίση με την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, επισημαίνοντας ότι όσο οι τιμές ηλεκτρισμού παραμένουν συνδεδεμένες με το φυσικό αέριο, η βιομηχανία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κόστους. Όπως είπε, τις μεσημεριανές ώρες η βιομηχανία μπορεί να αξιοποιήσει σχεδόν μηδενικές τιμές λόγω της υπερπαραγωγής από φωτοβολταϊκά, όμως το βράδυ οι τιμές εκτοξεύονται ακόμη και στα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα, λέγοντας:
«Για μια βιομηχανία που ανταγωνίζεται παγκοσμίως με τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κοντά στα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα, είναι αδύνατο να επιβιώσει με τέτοιο κόστος», επισημαίνοντας ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία προσπαθεί εδώ και χρόνια να εξηγήσει το πρόβλημα στις Βρυξέλλες χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, άσκησε ευθεία κριτική στη στρατηγική της ΕΕ απέναντι στη βαριά βιομηχανία, υποστηρίζοντας ότι επί χρόνια κυριαρχούσε στις Βρυξέλλες η αντίληψη ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται πλέον ενεργοβόρες βιομηχανίες, σημειώνοντας ότι: «Ζούμε με αυτή τη νοοτροπία των Βρυξελλών τα τελευταία δέκα χρόνια».
Εστιάζοντας στην ενεργειακή μετάβαση, υποστήριξε ότι η πράσινη μετάβαση δεν σταματά αλλά εξελίσσεται σε “κύματα” που επηρεάζονται από τη γεωπολιτική, την τεχνολογία και το κόστος, ενώ εξήγησε ότι η νέα ώθηση στις ΑΠΕ δεν θα προέλθει πλέον μόνο από την αποανθρακοποίηση, αλλά κυρίως από την ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και ανεξαρτησίας των χωρών.
Την ίδια στιγμή, διευκρίνισε ότι το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η αποθήκευση ενέργειας και ειδικά η κάλυψη της νυχτερινής ζήτησης, αποκαλύπτοντας πως ο Όμιλος ξεκινά άμεσα την κατασκευή ενός από τα μεγαλύτερα συστήματα αποθήκευσης μπαταριών στην Ευρώπη, ισχύος 330 MW στη Θεσσαλία, εξηγώντας όμως ότι ακόμη και οι μεγάλες μπαταρίες σήμερα προσφέρουν περιορισμένη διάρκεια αποθήκευσης περίπου δύο ωρών.
Ολοκληρώνοντας, αναφέρθηκε και στην επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, ύψους 4 δισ. ευρώ, χαρακτηρίζοντάς την “πολύ σημαντική εξέλιξη” για την αγορά, εξηγώντας πως πρόκειται για μια τεράστια κεφαλαιακή ενίσχυση για μια εταιρεία, που πριν από την ανακοίνωση είχε χρηματιστηριακή αξία περίπου 6 δισ. ευρώ, προβλέποντας ότι η ΑΜΚ θα στεφθεί με επιτυχία και θα χρηματοδοτήσει τη διεθνή επέκταση της ΔΕΗ.
Καταλήγοντας, σημείωσε ότι η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, με μεγάλες εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας προς τις γειτονικές χώρες χάρη στην αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ, τονίζοντας ότι: «Εξάγουμε τη μεσημεριανή ενέργεια που διαφορετικά θα πετιόταν».