Διατήρησε για την Ελλάδα το “ΒΒΒ”, με σταθερό το outlook και τον αντίκτυπο από τον πόλεμο, η Fitch
Στην πιστοληπτική βαθμίδα “ΒΒΒ”, διατήρησε την Παρασκευή το βράδυ, ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης την Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας τις σταθερές προοπτικές (outlook)της χώρας, βασιζόμενη στα επίπεδα του κατά κεφαλήν εισοδήματος που υπερβαίνουν τον μέσο όρο των κρατών με αξιολόγηση “BBB” και στους δείκτες διακυβέρνησης που βρίσκονται ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο, καθώς και στο αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής που ενισχύεται από τη συμμετοχή στην ΕΕ και στην ευρωζώνη.
Σύμφωνα με την Fitch, η δημοσιονομική και μακροοικονομική προσαρμογή έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τα θεμελιώδη μεγέθη και την αξιοπιστία της πολιτικής που ασκείται στη χώρα. Πρόκειται για πλεονεκτήματα, που αντισταθμίζονται από τις συνέπειες της κρίσης του δημόσιου χρέους, ιδίως το πολύ υψηλό, αλλά σταθερά μειούμενο βάρος του δημόσιου χρέους, τη σημαντική απώλεια οικονομικής παραγωγής, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις του τραπεζικού τομέα.
Συγκεκριμένα, ο οίκος προβλέπει ελαφρώς χαμηλότερη ανάπτυξη το 2026, τι στιγμή που η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε σταθερή σε επίπεδα ελαφρώς άνω του 2% την περίοδο 2023-2025, παρά τις διάφορες γεωπολιτικές και εμπορικές αναταράξεις, ενώ λόγω των αρνητικών επιπτώσεων από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οικονομία θα επωφεληθεί από το τελευταίο έτος των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Βέβαια, σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων με τα ομόλογα της ευρωζώνης, αναμένει μεσοπρόθεσμα η Fitch, με βάση εκτιμώμενο ρυθμό δυνητικής ανάπτυξης 2%, ενώ η εγχώρια ζήτηση θα παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, υποστηριζόμενη από τη σταδιακή βελτίωση των ισολογισμών των νοικοκυριών, τη σταθερή αύξηση της απασχόλησης και τις υψηλότερες επενδύσεις.
Την ίδια στιγμή, μια εξαιρετική δημοσιονομική επίδοση κατέγραψε τα δημοσιονομικά πλεονάσματα το 2024 και το 2025, σε σύγκριση με κράτη με την ίδια πιστοληπτική αξιολόγηση και μέλη της ευρωζώνης, ενώ το τρέχον μέσο έλλειμμα για τα κράτη με αξιολόγηση “BBB” ανέρχεται στο 3,1% του ΑΕΠ και το συνολικό έλλειμμα της ευρωζώνης ήταν 2,9% του ΑΕΠ το 2025.
Ωστόσο, λόγω της μεγαλύτερης είσπραξης φόρων και του αυστηρού ελέγχου των δαπανών, η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση υποστηρίχθηκε από διαρθρωτικά υψηλότερα έσοδα, με τη Fitch να διακρίνει μικρότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2026, λόγω δημοσιονομικής χαλάρωσης, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών και κυρίως στοχευμένων μέτρων ενεργειακής αποζημίωσης, τι στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση δεν αναμένει να εφαρμόσει προεκλογικά μεγάλη δημοσιονομική χαλάρωση, παρά το μεγάλο δημοσιονομικό περιθώριο.
Στο μεταξύ τη σταθερή δέσμευση της κυβέρνησης για δημοσιονομική σύνεση τονίζουν τα πρόσφατα δημοσιονομικά αποτελέσματα και το σχέδιο για τον προϋπολογισμό του 2026, με τον οίκο να θεωρεί ότι η δέσμευση αυτή είναι εξαιρετικά αξιόπιστη, όπως έχει αποδειχθεί από το ισχυρό ιστορικό επιδόσεων κατά τη μετα-πανδημική περίοδο και υποστηρίζεται από την ευρεία κοινωνική συναίνεση γύρω από τις ορθές δημοσιονομικές πολιτικές.
Όμως το κοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2025, ενέκρινε με μεγάλη πλειοψηφία έναν εγχώριο δημοσιονομικό κανόνα που απαιτεί ισοσκελισμένο πρωτογενές ισοζύγιο. Η Fitch επισημαίνει ότι ο λόγος δημόσιου χρέος προς ΑΕΠ μειώθηκε κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 και το 2025, φτάνοντας στο 146% του ΑΕΠ, χάρη στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού.
Ωστόσο, 2,5 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση “BBB”, εξακολουθεί να είναι το ποσοστό αυτό, που ανέρχεται στο 58%, με τον οίκο να αναμένει ότι το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται ραγδαία μεσοπρόθεσμα, πλησιάζοντας το 120% έως το 2030 στο βασικό του σενάριο, υποστηριζόμενο από σταθερή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2027.
Παράλληλα, τα ταμειακά αποθεματικά παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, επιτρέποντας την πρόωρη αποπληρωμή ομολόγων και καλύπτοντας τις λήξεις των επόμενων τριών ετών, με το ευνοϊκό προφίλ χρέους της Ελλάδας, με μεγάλο μέσο χρόνο λήξης στα 19 έτη και ευνοϊκά επιτόκια, καθώς και τα πολύ υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, να μειώνουν σημαντικά τους κινδύνους της αγοράς στηρίζοντας τους έναντι πιθανών διαταραχών από τη μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων.
Τέλος, η διαφορά μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίου είναι ευνοϊκή, με το έμμεσο επιτόκιο επί του αποθέματος χρέους να κυμαίνεται στο 1,5% περίπου, πολύ χαμηλότερα από την εκτιμώμενη ονομαστική πορεία αύξησης του ΑΕΠ, κοντά στο 4%.