Στην κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για όλους προσανατολίζεται η κυβέρνηση
Μετά την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, για τις ατομικές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, δηλαδή για όλα τα φυσικά πρόσωπα, κίνηση στην οποία προσανατολίζεται η κυβέρνηση, το επόμενο στάδιο περιλαμβάνει τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, όπως τις ΙΚΕ, Ο.Ε., Ε.Ε., Α.Ε. και ΕΠΕ.
Όμως, πρόκειται για μια κίνηση, στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων για τη μείωση των σταθερών φορολογικών βαρών και την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με τον συγκεκριμένο φόρο να εξακολουθεί να αποφέρει σταθερά έσοδα στον κρατικό Προϋπολογισμό.
Ενδεχομένως για την αντιμετώπιση των σταθερών εσόδων, η κυβέρνηση να οδηγηθεί στην υλοποίηση της κατάργησή του σε δύο χρονικές περιόδους, όπως συνέβη και με τα φυσικά πρόσωπα, αφού μετά την απαλλαγή των φυσικών προσώπων από το τέλος επιτηδεύματος, ο Προϋπολογισμός στερήθηκε ένα ιδιαίτερα σημαντικό ποσό, το οποίο εκτιμάται περίπου στα 400 έως 450 εκατ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, τα εναπομείναντα έσοδα από το τέλος επιτηδεύματος, που ανέρχονται περίπου στα 240 εκατ. ευρώ, προέρχονται πλέον αποκλειστικά από τις επιχειρήσεις και αν δεν υπάρξει ανατροπή για ολική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει να μειωθεί κατά 50% το 2027 και κατά 50% το 2028.
Ωστόσο, εξακολουθεί να αποτελεί μια πάγια επιβάρυνση για μεγάλο αριθμό εταιρειών, το τέλος επιτηδεύματος, ένας πάγιος κεφαλικός φόρος, σε αντίθεση με τον φόρο εισοδήματος, που εξαρτάται από την κερδοφορία των επιχειρήσεων και μεταβάλλεται ανάλογα με την πορεία της αγοράς.
Και είναι ένας πάγιος κεφαλικός φόρος, που εισπράττεται ανεξάρτητα από το αν μια επιχείρηση έχει κέρδη ή ζημίες, με αποτέλεσμα το κράτος να εξασφαλίζει ένα σταθερό έσοδο, χωρίς να επηρεάζεται άμεσα από τις οικονομικές διακυμάνσεις.
Σημειώνεται πως το τέλος θεσπίστηκε ως προσωρινό μνημονιακό μέτρο το 2011 και παραμένει σε ισχύ για τις επιχειρήσεις περίπου δεκαπέντε χρόνια, με την παραμονή του στο φορολογικό σύστημα να έχει δεχθεί κριτική, γιατί επιβάλλει οριζόντια επιβάρυνση ανεξάρτητα από την πραγματική οικονομική δυνατότητα κάθε επιχείρησης.
Μάλιστα, μια εταιρεία με χαμηλή κερδοφορία ή ακόμα και ζημίες καλείται να καταβάλει το ίδιο πάγιο ποσό με μια οικονομικά ισχυρότερη επιχείρηση της ίδιας κατηγορίας, ενώ σήμερα το τέλος επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα διαμορφώνεται ανάλογα με τη μορφή και την έδρα της επιχείρησης.
Όσον αφορά τα κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα με έδρα σε περιοχές έως 200.000 κατοίκους καταβάλλουν ετήσιο τέλος 800 ευρώ, ενώ σε περιοχές με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων το ποσό ανέρχεται στα 1.000 ευρώ. Για τις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, το τέλος ανέρχεται σε 400 ευρώ στις περιοχές με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους και σε 500 ευρώ στις μεγαλύτερες περιοχές.
Επιπλέον, κάθε υποκατάστημα κερδοσκοπικού νομικού προσώπου επιβαρύνεται με 600 ευρώ, ενώ για τις μη κερδοσκοπικές οντότητες το αντίστοιχο ποσό είναι 300 ευρώ, με τη νομοθεσία να προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες δείχνουν ότι το μέτρο έχει ήδη αρχίσει να προσαρμόζεται σε πιο στοχευμένη λογική.
Συγκεκριμένα, απαλλάσσονται επιχειρήσεις με ακαθάριστα έσοδα έως 2 εκατ. ευρώ, εφόσον έχουν αυξήσει τον μέσο αριθμό εργαζομένων πλήρους απασχόλησης κατά τουλάχιστον 3/12 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ δεν επιβαρύνονται εταιρείες που έχουν δηλώσει επίσημα αδράνεια για ολόκληρο το φορολογικό έτος.
Παράλληλα, απαλλαγή προβλέπεται και για νομικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται σε χωριά με πληθυσμό έως 500 κατοίκους ή σε νησιά κάτω των 3.100 κατοίκων, εκτός αν οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται ως τουριστικοί τόποι.
Ταυτοχρόνως, έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, η επιβάρυνση αυτή, διότι πρόκειται για ένα σταθερό κόστος που δεν συνδέεται με την πραγματική οικονομική, καθώς με μια μικρή ΙΚΕ ή μια προσωπική εταιρεία με περιορισμένη δραστηριότητα, μπορεί να καλείται να καταβάλει το ίδιο τέλος με μια μεγαλύτερη και περισσότερο εύρωστη επιχείρηση της ίδιας κατηγορίας.
Αυτό δημιουργεί ζήτημα φορολογικής δικαιοσύνης, καθώς ο φόρος δεν είναι αναλογικός, αλλά οριζόντιος. Δεν λαμβάνει υπόψη το ύψος του κύκλου εργασιών, την κερδοφορία, τις ζημίες, το μέγεθος της εταιρείας ή τις ιδιαίτερες οικονομικές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει μια επιχείρηση.
Βέβαια, σημαντικές θετικές επιπτώσεις, έχει η κατάργηση του τέλους για τα νομικά πρόσωπα, καθώς θα οδηγήσει σε άμεση μείωση της φορολογικής επιβάρυνσής τους, με την ελάφρυνση αυτή να είναι ιδιαίτερα αισθητή για τις μικρές και μεσαίες εταιρείες, για τις οποίες ακόμα και ένα ποσό 800 ή 1.000 ευρώ ετησίως μπορεί να είναι σημαντικό.
Επίσης, θα ενισχύσει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, καθώς τα ποσά που σήμερα καταβάλλονται ως τέλος επιτηδεύματος θα μπορούν να αξιοποιηθούν για άλλους παραγωγικούς σκοπούς. Μια επιχείρηση θα μπορεί, για παράδειγμα, να τα κατευθύνει σε επενδύσεις, τεχνολογικό εξοπλισμό, μισθοδοσία, διαφήμιση, αναβάθμιση υπηρεσιών ή κάλυψη λειτουργικών αναγκών.
Η κατάργηση θα συμβάλει στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Η ύπαρξη ενός πάγιου φορολογικού κόστους λειτουργεί συχνά ως αντικίνητρο για την ίδρυση νέας εταιρείας, ειδικά όταν η επιχείρηση βρίσκεται ακόμη στο αρχικό στάδιο λειτουργίας της και δεν έχει διαμορφώσει σταθερά έσοδα.