1. Home
  2. Το πρωτοσέλιδο
  3. Γιατί οι ελληνικές τράπεζες, παραμένουν προτιμώμενα χαρτιά για την  Morgan Stanley;
Γιατί οι ελληνικές τράπεζες, παραμένουν προτιμώμενα χαρτιά για την  Morgan Stanley;

Γιατί οι ελληνικές τράπεζες, παραμένουν προτιμώμενα χαρτιά για την  Morgan Stanley;

0

Για τις ελληνικές τράπεζες, που  παραμένουν προτιμητέα  χαρτιά για την  Morgan Stanley, ενώ τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι οι επενδυτές συνεχίζουν να προτιμούν τις ελληνικές τράπεζες,  μαζί με αυτές της Πολωνίας, για τις ακόμη φθηνές αποτιμήσεις και  τις θετικές μακροοικονομικές προοπτικές, έκανε λόγο η ομάδα της αναλύτριας Nida Iqbal, κατά τη  συνάντηση  με περίπου 30 επενδυτές στην Ευρώπη,  στα πλαίσια του συνεδρίου «European Financials Conference» που διοργάνωσαν στο Λονδίνo.

Όσον αφορά τις συστάσεις οι  ελληνικές τράπεζες, είναι overweight με τις τιμές στόχους να  είναι για την Εθνική Τράπεζα τα 8,22 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς τα 5,08 ευρώ,  για τη Eurobank τα 2,33 ευρώ και τέλος για την Alpha Bank τα 2,08 ευρώ.

Σύμφωνα με το Αμερικανικό Τραπεζικό ίδρυμα,  υπήρξε μία αλλαγή στο κλίμα με τους επενδυτές οι οποίοι ήταν πιο επιφυλακτικοί πριν, να  συμφωνούν πλέον με τις θετικές  απόψεις για τις ελληνικές τράπεζες, σημειώνοντας ωστόσο ότι τα ανοδικά περιθώρια είναι λιγότερο ελκυστικά μετά το re-rating του 2023. Όμως, η διανομή κεφαλαίου θα είναι  το κλειδί, καθώς ορισμένοι επενδυτές πιστεύουν ότι το περαιτέρω re-rating των ελληνικών τραπεζών απαιτεί ανάλογη επίδοση και από τις τράπεζες της Ε.Ε. γενικότερα.

Παράλληλα,  έχει επισημάνει, ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται στην κορυφή της προτίμησής της στο περιβάλλον των τραπεζών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA), λόγω του πιο ελκυστικού προφίλ ρίσκου – απόδοσης, ενώ  έχει εκτιμήσει πως η υπεραπόδοσή τους έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών θα συνεχιστεί, χάρη στους εξής 6 παράγοντες:

1) τις ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, στο 2,3% για το 2024 έναντι 0,5% για την περιοχή της ΕΕ,

2) του ισχυρότερου μακροοικονομικού σκηνικού και της αύξησης των επενδύσεων που υποστηρίζονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και των άμεσων ξένων επενδύσεων που οδηγούν σε αύξηση των δανείων κατά 6% περίπου το 2023 – 2025,

3) ενώ οι ελληνικές τράπεζες είναι πιο ευαίσθητες στις μειώσεις των επιτοκίων, η υψηλότερη αύξηση των δανείων, τα έσοδα από προμήθειες και η συνεχιζόμενη διαρθρωτική μείωση των προβλέψεων θα στηρίξουν τα καθαρά έσοδα,

4) Η απόδοση των assets (ROA) για το 2025 για τις ελληνικές τράπεζες είναι στο 1,2% έναντι 0,6% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, και

5) ο δείκτης ROTE για τις ελληνικές τράπεζες για το 2025 θα φτάσει στο 12,1% κατά μέσο όρο, έναντι 11,9% στην ΕΕ,

6) η ομάδα ανάλυσης της M.S για τις ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένει θετική για τον κλάδο και αναμένει ένα περαιτέρω re-rating, καθώς οι δείκτες PMI ανακάμπτουν.

Αναφορικά με τις επιμέρους εκτιμήσεις, η Εθνική Τράπεζα  ρωτήθηκε για τα δάνεια,  σχετικά με τις προοπτικές αύξησης των εξυπηρετούμενων δανείων (PE) που είναι υψηλότερες από τις αντίστοιχες των ομολόγων της (+7% 2023- 2026 CAGR). Υποστήριξε ότι η χαμηλή διείσδυση των πιστώσεων, σε συνδυασμό με το ισχυρό ΑΕΠ θα πρέπει να στηρίξει την ισχυρή αύξηση των δανείων τα επόμενα χρόνια.

Βλέποντας η τράπεζα  ισχυρά σημάδια ζήτησης,  πιστεύει ότι η αύξηση των δανείων θα οδηγηθεί από ένα 9% αύξηση στα εταιρικά, ενώ από το 2025 και μετά αναμένει ότι η αύξηση των δανείων λιανικής θα επιταχυνθεί.

Επίσης, η διοίκηση ασχολήθηκε  με την υποτονική ζήτηση στεγαστικών δανείων στην ελληνική αγορά, λέγοντας ότι αυτό σχετίζεται με την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών, ενώ αυτό  οδηγεί σε υψηλότερες πραγματικές τιμές των ακινήτων, οι οποίες κατά συνέπεια προσελκύουν επενδύσεις σε νέες κατοικίες, που τελικά θα πρέπει να σημαίνει ότι η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια θα αυξηθεί.

Η Εθνική  Τράπεζα συζήτησε επίσης την ευκαιρία των reperforming δανείων, αναφέροντάς την ως μια μεγάλη πηγή δυνητικής ανόδου για τις προοπτικές αύξησης των δανείων της τράπεζας. Πιστεύει ότι η ευκαιρία αυτή θα μπορούσε να φτάσει τα 40 δισ. ευρώ και τόνισε ότι κανένα από αυτά δεν περιλαμβάνεται στην καθοδήγηση της για την αύξηση των δανείων.

Όσον αφορά τον ανταγωνισμό, στο θέμα της αύξησης των δανείων, η  Τράπεζα ανέφερε ότι βλέπει έντονο ανταγωνισμό στη χορήγηση δανείων, γεγονός που οδηγεί στη συμπίεση των εταιρικών spreads (μείωση 20 μ.β. το 2023). Αυτό  την έχει ωθήσει  να ενσωματώσει στις προβλέψεις της μια συντηρητική υπόθεση 100% μετακύλισης των μειώσεων των επιτοκίων. Από την άλλη πλευρά, ο ανταγωνισμός στην πλευρά των καταθέσεων είναι πιο περιορισμένος, γεγονός που σημαίνει ότι τα beta έχουν διατηρηθεί υπό έλεγχο.

Για τις προοπτικές των καθαρών εσόδων από τόκους (NII), η Εθνική Τράπεζα  πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να διατηρήσει επίπεδα NII παρόμοια με εκείνα του 2023 έως το 2026, αν και ελαφρώς χαμηλότερα. Αυτό καθίσταται εφικτό χάρη στην αύξηση του όγκου, τα χαμηλά beta των καταθέσεων που οδηγούν σε ευνοϊκό κόστος χρηματοδότησης, τις προσπάθειές της για την αύξηση των πάγιων περιουσιακών στοιχείων και τη μείωση του κόστους αντιστάθμισης.

Η τράπεζα συνεχίζει να βλέπει περαιτέρω περιθώρια βελτίωσης του κόστους, μέσω της μείωσης του κόστους προσωπικού και του εξορθολογισμού των υποκαταστημάτων. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η πρόβλεψή της για το 2026 για κόστος κινδύνου χαμηλότερο από τις 50 μ.β. είναι συντηρητική, λαμβάνοντας υπόψη το πόσο καλά εφοδιασμένη είναι η τράπεζα, με καλύψεις σταδίου 1-3 (δάνεια μη εξυπηρετούμενα) πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η τράπεζα πιστεύει ότι είναι σε θέση να ανταγωνιστεί με κόστος κινδύνου κάτω από τις αντίστοιχες εταιρείες λόγω του εσωτερικού βραχίονα εξυπηρέτησης.

Για τη διανομή κεφαλαίου, η ΕΤΕ επανέλαβε την πρόθεσή της να διανείμει μερίσματα φέτος από τα κέρδη του 2023 και το επόμενο έτος να αυξήσει τη διανομή μερισμάτων για να συγκλίνει με τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Επισήμανε, επίσης, ότι η ικανότητά της να διανέμει μερίσματα περιορίζεται από τις κανονιστικές εγκρίσεις. Η τράπεζα θα επιδιώξει επίσης άλλους τρόπους για να ενισχύσει την αμοιβή του κεφαλαίου, όπως επαναγορές.

Για τη Eurobank και τα δάνεια, από την πλευρά των επιχειρήσεων,  επισημάνθηκε  ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν περίπου ίσο μερίδιο αγοράς στον τομέα των επιχειρηματικών δανείων. Ωστόσο, η ζήτηση εταιρικών δανείων θα είναι αρκετά υψηλή στην Ελλάδα, ώστε όλες οι τράπεζες να δουν αξιοπρεπή ανάπτυξη και να μην κάνουν συμβιβασμούς στα περιθώρια κέρδους για να προσελκύσουν νέες επιχειρήσεις.

Παρά τις συχνές συζητήσεις σχετικά με την επιστροφή των reperforming δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, η Eurobank υπογράμμισε ότι δεν συμπεριλαμβάνει αυτή την επιλογή στο επιχειρηματικό της σχέδιο. Η αναμενόμενη αξία αυτών των δανείων είναι περίπου 20 δισ. ευρώ και πρόκειται κυρίως για δάνεια λιανικής και όχι εταιρικά. Σύμφωνα με τη διοικητική ομάδα, αυτή η υπεραξία είναι απίθανο να υλοποιηθεί το 2024, αλλά θα μπορούσε να είναι μια πιθανή επιλογή από το 2025 και μετά.

Αναφορικά  με τις συνέργειες της Ελληνικής Τράπεζας, υπάρχει δυνητική υπεραξία στην Eurobank για το 2024-2026, αν συμπεριληφθούν οι συνέργειες, όπως: 1) Κόστος, 2) Συνέργειες από την αξιοποίηση της πλεονάζουσας ρευστότητας, 3) Συνέργειες εσόδων.

Σύμφωνα με τη διοίκηση, στόχος της Eurobank είναι να αποκτήσει ποσοστό άνω του 55% στην Ελληνική Τράπεζα στο μέλλον. Η εταιρεία συνεχίζει να θεωρεί την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Βουλγαρία ως τις βασικές αγορές της και δεν στοχεύει σε περαιτέρω επέκταση για να γίνει παγκόσμιος παίκτης. Από την προοπτική της ιδιωτικής τραπεζικής, η εταιρεία θα ήθελε να αναπτύξει το δίκτυό της για να ξεπεράσει αυτές τις 3 βασικές αγορές (αναφορά σε Νότια Ευρώπη, Ισραήλ).

Επιπλέον,  μέχρι το 2026 αναμένουν να πραγματοποιούν περίπου το 50% των εσόδων τους στην Ελλάδα και το υπόλοιπο εκτός. Οι ευκαιρίες της τράπεζας βρίσκονται σε συναλλαγές εξαγορών και συγχωνεύσεων, παράλληλα με την ανάπτυξη που παρατηρείται στην Ελλάδα. Αυτό θα πρέπει να τους βοηθήσει να επιτύχουν τους στόχους του επιχειρηματικού τους σχεδίου (ή να τους υπερβούν).

Για τα κεφάλαια, η τράπεζα θα έχει την ευκαιρία να επιτύχει την αύξηση των κερδών της και σχεδιάζει να εκδώσει 1,1 δισ. ευρώ ανώτερου προνομιούχου χρέους το 2024 σε 2 εκδόσεις (β’ τρίμηνο και β’ εξάμηνο 2024).

Όσον αφορά την αξιοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου, η Eurobank καθοδήγησε σε έως και 20 μ.β. επίπτωση στο κεφάλαιο από την εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας. Η τράπεζα σχεδιάζει να αξιοποιήσει το υπόλοιπο του πλεονάζοντος κεφαλαίου με: 1) επιτάχυνση της αύξησης του ενεργητικού, 2) περαιτέρω επιτάχυνση της διανομής μερισμάτων και 3) συγχωνεύσεις και εξαγορές.

Όσον αφορά τα μερίσματα, η Eurobank σχεδιάζει να αυξήσει σταδιακά τη διανομή τους προς το 50%. Αναφορικά με το DTC, το οποίο η τράπεζα αποσβένει γραμμικά (περίπου 200 εκατ. ευρώ ετησίως), η τελική λήξη των DTCs στον ισολογισμό των τραπεζών αναμένεται να συμβεί το 2041. Μέχρι το τέλος του 2026, η τράπεζα δεν αναμένει τα DTCs να αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 28% του CET1.

Η τράπεζα βλέπει ανοδική πορεία στις προβλέψεις της, η οποία θα οδηγηθεί από 1) την Ελληνική Τράπεζα και τις συνέργειες κόστους και εσόδων, 2) το χαμηλότερο δείκτη COR και 3) χαμηλότερη συμπίεση στα εταιρικά spreads. Αυτό θα σήμαινε άνοδο του στόχου της τράπεζας για τον δείκτη ROTE στο 13% για το 2026.

Αναφορικά με  την Alpha, η  διοίκηση  αναμένει μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) κατά -5% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω των υψηλότερων beta καταθέσεων λόγω της μετατόπισης από τις καταθέσεις όψεως στις προθεσμιακές καταθέσεις.

Ωστόσο, η κ. Iqbal σημειώνει ότι, σύμφωνα με την τράπεζα, αυτή είναι μια συντηρητική υπόθεση (68%/32% τρέχουσες/προθεσμιακές μέχρι το τέλος του 2024 έναντι 74%/24% έως το τέλος του 2023), δεδομένου ότι κατά τους πρώτους δύο μήνες του 2024, η τράπεζα δεν έχει παρατηρήσει ουσιαστική μεταβολή στο μείγμα καταθέσεων, ενώ σύμφωνα με την εταιρεία, κάθε αύξηση 2% στον δείκτη βήτα των καταθέσεων μεταφράζεται σε 24 εκατ. ευρώ περίπου υψηλότερο κόστος επιτοκίου.

Το σχετικά χαμηλό μερίδιο των προθεσμιακών καταθέσεων στα βιβλία της μπορεί να εξηγηθεί κυρίως από ένα μεγάλο μερίδιο μικρού μεγέθους καταθέσεων λιανικής εντός της καταθετικής βάσης της Alpha.

Η τράπεζα υπογράμμισε επίσης ότι η Alpha Bank δεν έχει σημαντική έκθεση διατραπεζικού δανεισμού, γεγονός που σημαίνει ότι τα περιθώρια της τράπεζας δεν θα επηρεαστούν τόσο πολύ όσο οι άλλες ελληνικές τράπεζες όταν ξεκινήσει ο κύκλος μείωσης των επιτοκίων.

Αναφορικά με τα δάνεια, η τράπεζα υπογράμμισε ότι παρά τον έντονο ανταγωνισμό για τα επιχειρηματικά δάνεια, η τράπεζα δεν έκανε συμβιβασμούς στα περιθώρια των επιχειρηματικών δανείων, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι θα έχανε κάποια θέση στην αγορά στις νέες χορηγήσεις. Μελλοντικά, η τράπεζα αναμένει αυξημένες πιέσεις στα περιθώρια των επιχειρηματικών δανείων.

Σύμφωνα με τη διοίκηση, ο υψηλότερος όγκος δεν θα συμβάλλει σημαντικά στα αποτελέσματα χρήσης. Ωστόσο, η διοίκηση σημείωσε ότι η ανάκαμψη των οργανικών ενυπόθηκων δανείων θα μπορούσε να επηρεάσει το κλίμα της αγοράς, αποδεικνύοντας ότι θα αποτελέσει θετικό καταλύτη για τις τράπεζες. Μιλώντας για την ελληνική αγορά στεγαστικών δανείων, η Alpha εντόπισε την έλλειψη προσφοράς που να ανταποκρίνεται στη ζήτηση ως τον κύριο μοχλό αύξησης των τιμών των ακινήτων το 2023.

Για τις διανομές κεφαλαίου, η τράπεζα αναφέρθηκε στη συνέχιση της σταθερότητας και σε μια πιθανή ομαλοποίηση στην ποιότητα του ενεργητικού ως καταλύτη για τη χαλάρωση των διανομών κεφαλαίου.

Η τράπεζα σχεδιάζει δείκτη διανομής άνω του 25% της κεφαλαιοποίησής της μεταξύ 2024-26. Η διοίκηση υπογράμμισε ότι στο μέλλον, οι επενδυτές μπορούν να αναμένουν μερίσματα σε μετρητά, καθώς και δυνατότητες για επαναγορές μετοχών. Στο θέμα των συγχωνεύσεων και εξαγορών, η διοίκηση υπογράμμισε την ισχυρή ενοποίηση του ελληνικού τραπεζικού τομέα ως εμπόδιο για τη δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών. Αν μη τι άλλο, η τράπεζα θα επιδιώξει να επενδύσει σε επιχειρήσεις διαχείρισης περιουσίας στην Ελλάδα.

Σε σχέση με την ποιότητα ενεργητικού, η τράπεζα αναμένει μια θετική επίδραση δεύτερης τάξης από τις μειώσεις των επιτοκίων στο κόστος του κινδύνου. Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επίσης υποστηριχθεί από τα ανώτατα όρια ενυπόθηκων δανείων που εισήγαγαν οι τράπεζες σε συνεργασία με την κυβέρνηση (πλαφόν στο 2,8% EURIBOR). Αν και αυτό το πρόγραμμα πρόκειται να λήξει τον Απρίλιο, η προσδοκία της διοίκησης της Alpha είναι ότι θα παραταθεί για ένα ακόμη έτος. Για το χαρτοφυλάκιο των NPEs στον ισολογισμό, η εταιρεία ανέφερε ότι προτεραιότητα θα είναι η μείωση οργανικά. Η τράπεζα βλέπει πιθανή άνοδο της καθοδήγησης της για το cost of risk.

Η τράπεζα φιλοδοξεί να γίνει η τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα στην Κύπρο, μετά την Τράπεζα Κύπρου και την Ελληνική Τράπεζα (μετά την ενοποίηση της Eurobank). Η κύρια στρατηγική της θα είναι η επέκταση της χονδρικής πίστωσης, καθώς και η αξιοποίηση της θέσης της στο Λονδίνο και στην Αθήνα από την πλευρά της διαχείρισης περιουσίας, επεκτείνοντας τις υπηρεσίες περιουσίας της στην Κύπρο. Το μερίδιο αγοράς της τράπεζας στην Κύπρο ανέρχεται σήμερα σε περίπου 5%.

Αναφορικά με την  Τράπεζα Πειραιώς, βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τις άλλες τράπεζες σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα,  για να επωφεληθεί από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα RRF για την αύξηση των δανείων, δεδομένων των βαθιών πελατειακών σχέσεων της τράπεζας.

Ωστόσο, η τράπεζα επίσης υπογράμμισε ότι το κύριο όφελος των κεφαλαίων RRF είναι ότι αποτελούν παράγοντα ενίσχυσης και όχι οδηγό της αύξησης των δανείων.

Για να το καταδείξει αυτό, από τα 1,6 δισ. ευρώ της πιστωτικής επέκτασης το 2023, τα 300 εκατ. ευρώ ήταν RRF που αφορούσαν επιχειρηματικά δάνεια. Από την πλευρά της λιανικής, η Πειραιώς αναμένει περιορισμένη ανάπτυξη.

Η εταιρεία σημείωσε ότι η πλειονότητα των αγορών κατοικιών βασίζεται σήμερα σε ίδια κεφάλαια έναντι στεγαστικών δανείων.

Η τράπεζα μίλησε επίσης για την ευκαιρία πιστωτικής ανάπτυξης από τα reperforming δάνεια, τα οποία θα μπορούσαν να ανέλθουν ως και 30 δισ. ευρώ για το σύνολο του τομέα. Τα χαμηλά beta καταθέσεων της Πειραιώς έχουν υποστηριχθεί από τη σταθερή καταθετική της βάση και πιστεύει ότι στο μέλλον μπορεί να υπερασπιστεί το μείγμα καταθέσεων της.

Ωστόσο, στην καθοδήγηση, η τράπεζα αναμένει συντηρητικά μια αύξηση των beta καταθέσεων, καθώς και μια υψηλότερη στροφή προς τις προθεσμιακές καταθέσεις. Η Πειραιώς αναμένει beta καταθέσεων στο 20% περίπου το 2024 και περίπου 25-27% το 2025-2026 από 13% το 2023.

Αναφορικά με τα κίνητρα αποζημίωσης της ανώτατης διοίκησης, αυτά, σύμφωνα με την εταιρεία, εξαρτώνται από 1) τις αποδόσεις, 2) τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων, 3) τους όγκους βιώσιμης χρηματοδότησης και 4) τον δείκτη κόστους προς έσοδα C/I.

Ταυτοχρόνως, η Τράπεζα Πειραιώς εγκαινιάζει την ψηφιακή της τράπεζα, Snappi, στην οποία η τράπεζα προσανατολίζεται να δαπανήσει επενδύσεις ύψους 150 εκατ. ευρώ ετησίως. Η Snappi θα έχει ευρωπαϊκή τραπεζική άδεια, οπότε η Πειραιώς θα μπορεί να αναπτύξει το πρόγραμμα γρήγορα στην Ελλάδα και στη συνέχεια να προχωρήσει στην Ευρώπη.

Για την διανομή κεφαλαίου, δεδομένης της καθοδήγησης για οργανική δημιουργία καθαρών κερδών ύψους 1 δισ. ευρώ, υπάρχει περαιτέρω άνοδος στις υποθέσεις για τη διανομή μερίσματος.

Αναμένεται ότι η γενική συνέλευση των μετόχων θα επικυρώσει το μέρισμα του 2023 έως τον Ιούνιο. Μέχρι το 2026, αναμένεται να παράξει απόδοση περίπου 12% (μη προσαρμοσμένη) και περίπου 14% προσαρμοσμένη για το πλεονάζον κεφάλαιο. Τα DTCs αντιπροσωπεύουν επί του παρόντος το 76% του CET1 της εταιρείας και η τράπεζα εκτιμά ότι θα φτάσουν περίπου το 45% έως το 2026.