Στα προβλήματα για το ισοζύγιο τρεχουσών της Ελλάδας και στις συστάσεις, εστιάζει το ΔΝΤ
Με ευθύνη του ιδιωτικού τομέα μεγαλώνει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, παρουσιάζοντας χαμηλή παραγωγικότητα μετά το τέλος της οικονομικής κρίσης, καθώς σε έκθεσή του για το θέμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι πριν την οικονομική κρίση το έλλειμμα αφορούσε κυρίως τον δημόσιο τομέα, με υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και αδύναμη φορολογική διοίκηση.
Σήμερα, οι χαμηλές παραγωγικές επενδύσεις, οι εξαγωγές μικρής προστιθέμενης αξίας και η χαμηλή παραγωγική βάση της οικονομίας, είχαν ως αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να είναι από τις λίγες χώρες της ΕΕ με υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και χαμηλή παραγωγικότητα.
Βέβαια, το Ταμείο υποδεικνύει ως μια από τις βασικές αιτίες του ελλείμματος, την έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων, που θα αύξαναν την παραγωγικότητα της οικονομίας, καθώς όπως επισημαίνεται, τέτοιου είδους επενδύσεις γίνονται σε μια χώρα κυρίως από τους κατοίκους και χρηματοδοτούνται από την ιδιωτική αποταμίευση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Όμως στην Ελλάδα, η ιδιωτική αποταμίευση από τα νοικοκυριά είναι σταθερά αρνητική από το 2000 έως και το 2024, με εξαίρεση τα χρόνια μετά το 2020, όταν λόγω του εγκλεισμού των νοικοκυριών για να περιοριστεί η διασπορά του κορονοϊού μισθοί και συντάξεις έμειναν στην τράπεζα, οπότε τα χρόνια αυτά η ιδιωτική αποταμίευση είναι θετική, αλλά πολύ χαμηλότερη του 1% του ΑΕΠ, και θεωρείται από τα χαμηλότερα ποσοστά εντός της ΕΕ.
Ωστόσο, το πολύ υψηλό εξωτερικό χρέος που ξεπερνά τα 470 δισ. ευρώ, είναι βιώσιμο καθώς περιλαμβάνει και τα δάνεια του επίσημου τομέα, κυρίως των θεσμών της ΕΕ, τα οποία έχουν διάρκεια αποπληρωμής τουλάχιστον 19 χρόνια και επιτόκια πολύ χαμηλότερα από τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ, με τον διεθνή Οργανισμό, να θεωρεί ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί πάγια διαρθρωτική ανωμαλία για την ελληνική οικονομία.
Συγκεκριμένα, στην κατεύθυνση αυτή προτείνει ένα πακέτο πέντε παρεμβάσεων για την αναστροφή της κατάστασης, με την παροχή κινήτρων για την παραγωγή εγχώριας προστιθέμενης αξίας μέσω διαρθρωτικών πολιτικών που ενισχύουν την παραγωγικότητα, προωθούν τη διαφοροποίηση προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Δεύτερον πρόκειται για πολιτικές που αυξάνουν με βιώσιμο τρόπο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και την κερδοφορία των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας την υψηλότερη ιδιωτική αποταμίευση, με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στην άρση των εμποδίων στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων και στη συμμετοχή στις εξαγωγές.
Τρίτον, το ΔΝΤ εντοπίζει κανονιστικά και διοικητικά βάρη, άτυπη οικονομία, έλλειψη δεξιοτήτων και περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση ως βασικούς περιορισμούς στην απόδοση και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, αλλά και την συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία θα εδραιώσει την εμπιστοσύνη διεθνών επενδυτών ώστε να προχωρήσουν σε παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα.
Τέταρτο τη στενότερη συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς, ώστε να επιταχυνθεί η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και η Ελλάδα να ενταχθεί σε διεθνή δίκτυα υψηλής προστιθέμενης αξίας και πέμπτο την ταχεία πρόοδο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Κινήσεις οι οποίες, παράλληλα με συνετές μακροοικονομικές πολιτικές, θα ενίσχυε την ελκυστικότητα της Ελλάδας για άμεσες ξένες επενδύσεις και άλλες σταθερές κεφαλαιακές ροές, μειώνοντας την ευπάθεια σε εξωτερικά σοκ, ενώ με την πάροδο του χρόνου, η ισχυρότερη εγχώρια δημιουργία προστιθέμενης αξίας και η υψηλότερη ιδιωτική αποταμίευση θα υποστήριζαν ένα πιο ισορροπημένο και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης.