Με νέο ιστορικό ρεκόρ όγκου, παράγοντας το 50% των ελληνικών εξαγωγών η ΜΑΚΒΕΛ- EURIMAC
Του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Στην ολοκλήρωση του επενδυτικού προγράμματος της ΜΑΚΒΕΛ- EURIMAC και στη θωράκιση της παραγωγικής της βάσης, αποφεύγοντας να προχωρήσει άμεσα σε νέες συνεργασίες, εστίασε ο διευθύνων σύμβουλος Οδυσσέας Παπαδόπουλος, παρουσία του προέδρου Σταύρου Κωνσταντινίδη και της διοίκησης της εταιρείας, με τον συντονισμό της προϊσταμένης οικονομικών Ξανθής Γκιάλη, στις εγκαταστάσεις στο Κιλκίς.
Συγκεκριμένα η EURIMAC, με την ολοκλήρωση ενός επενδυτικού προγράμματος που αναμένεται να φτάσει συνολικά τα 26 εκατ. ευρώ έως το τέλος της χρονιάς, επιχειρεί να ανοίξει τον επόμενο κύκλο ανάπτυξής της, ποντάροντας στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, στην τεχνολογία και στην περαιτέρω ενίσχυση του εξαγωγικού της αποτυπώματος, ενώ το brand ΜΑΚΒΕΛ εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης πολλαπλάσιους της αγοράς.
Ειδικότερα η εταιρεία, παράγει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται διεθνώς, φτάνοντας το 50%, εμφανίζεται αισιόδοξη ότι το 2026 θα ξεπεράσει ακόμη και το ιστορικό ρεκόρ όγκου πωλήσεων του 2024, με στόχο τους 78.000 τόνους, ενώ ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει περαιτέρω αύξηση της παραγωγής στους 85.000 τόνους μετά την ολοκλήρωση των επενδύσεων.
Παράλληλα, κατά την παρουσίαση προς τα ΜΜΕ του εργοστασίου στο Κιλκίς και την ενημερωτική εκδήλωση της διοίκησης της εταιρείας, την περίοδο 2022-2025 η συνολική αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε άνοδο 77,2%, συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία και το 2026.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πωλήσεις της εταιρείας διαμορφώθηκαν το 2025 στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα EBITDA ανήλθαν στα 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Τα κέρδη προ φόρων έφθασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 8,63 εκατ. ευρώ από 10,70 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία διατήρησε μηδενικό τραπεζικό δανεισμό, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και υψηλού κόστους χρηματοδότησης. Μάλιστα, παρά τη μικρή κάμψη, το 2025 αποτέλεσε τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της εταιρείας τόσο σε επίπεδο όγκου πωλήσεων όσο και λειτουργικών αποτελεσμάτων, μετά το ρεκόρ του 2024.
Βέβαια, η Eurimac βλέπει τα τελευταία χρόνια να ενισχύεται σημαντικά και το αποτύπωμα του επώνυμου brand ΜΑΚΒΕΛ στην ελληνική αγορά, πέρα από την ισχυρή παρουσία της στο private label και στις διεθνείς αγορές, καθώς τα στοιχεία που παρουσίασε η διοίκηση δείχνουν ότι την περίοδο 2022-2025 η συνολική αγορά ζυμαρικών στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, την ώρα που το ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε ανάπτυξη 77,2%, υπεραποδίδοντας σημαντικά έναντι της αγοράς και συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία και το 2026.
Σήμερα, η εταιρεία υπολογίζει ότι διαθέτει περίπου το 30% της ελληνικής αγοράς ζυμαρικών, συνυπολογίζοντας τόσο τα private label προϊόντα όσο και τα δικά της brands, με τη ΜΑΚΒΕΛ να αποτελεί το βασικό επώνυμο όχημα ανάπτυξης, με τη Eurimac να χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικό σκληρό σιτάρι, επιδιώκοντας μεγαλύτερο έλεγχο τόσο στο κόστος, όσο και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος.
Υπενθυμίζεται πως το 1996, ο Σταύρος Κωνσταντινίδης, δεύτερη γενιά της ΜΑΚΒΕΛ και σημερινός πρόεδρος της ΜΑΚΒΕΛ-EURIMAC, πέντε χρόνια μετά την εξαγορά της ΜΙΣΚΟ από την Barilla, συμφώνησε με τον Francesco Sempio, ιδρυτή της ιταλικής EURICOM spa, την πώληση του 50% της οικογενειακής βιομηχανίας, με τη συμφωνία, όπως είπε ο κ. Κωνσταντινίδης, να γράφεται πάνω σε μια χαρτοπετσέτα ψαροταβέρνας.
Πλέον, τριάντα χρόνια μετά, οι δύο πλευρές διατηρούν από 50% της εταιρείας. Οι Ιταλοί της EURICOM spa, εκπροσωπούνται με δύο μέλη στο διοικητικό συμβούλιο, όμως η καθημερινή διοίκηση παραμένει στην οικογένεια Κωνσταντινίδη. Στελέχη της εταιρείας αποδίδουν τη μακροβιότητα αυτής της σχέσης στις καλές προσωπικές σχέσεις των δύο πλευρών, στις επιδόσεις της ελληνικής βιομηχανίας και στη σταθερή μερισματική απόδοση. Με απλά λόγια, όταν όλοι κερδίζουν, κανείς δεν έχει λόγο να διαταράξει την ισορροπία.
Σημειώνεται πως πίσω από αυτή την παραγωγική και εμπορική ανάπτυξη, η εταιρεία επενδύει τα τελευταία χρόνια και σε πιο “αθόρυβες” υποδομές τεχνολογίας και ελέγχους σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, από την αποθήκευση της πρώτης ύλης έως τη συνεργασία με τους αγρότες, ενώ σύμφωνα με όσα παρουσίασε η διοίκηση, ήδη από το 2020 η εταιρεία χρησιμοποιεί συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες στα σιλό αποθήκευσης σίτου, με στόχο τη συνεχή παρακολούθηση της ποιότητας της πρώτης ύλης και την έγκαιρη πρόληψη πιθανών αλλοιώσεων.
Ταυτοχρόνως, μέσω εξειδικευμένου λογισμικού, υποστηρίζει τους συνεργαζόμενους παραγωγούς στην επιλογή βέλτιστων πρακτικών καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους όπως το έδαφος και οι καιρικές συνθήκες, με την τεχνολογία αυτή, να συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική καθετοποίησης που ακολουθεί η εταιρεία από το 2007, όταν προχώρησε στην κατασκευή του ιδιόκτητου μύλου της.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία είχε επενδύσει ήδη από το 2013 σε μονάδα καύσης βιομάζας για την παραγωγή θερμικής ενέργειας του εργοστασίου της, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα και στη βιωσιμότητα, ενώ εφαρμόζει πολιτική αποκλειστικά ανακυκλώσιμων υλικών συσκευασίας και μηδενικών αποβλήτων προς ταφή.
Μάλιστα, η στρατηγική αυτή οδήγησε πρόσφατα και σε μια σημαντική διάκριση, καθώς η EURIMAC πιστοποιήθηκε στο ανώτατο επίπεδο Platinum για το zero waste to landfill, αποτελώντας, σύμφωνα με τη διοίκηση, την πρώτη εταιρεία τροφίμων στην Ελλάδα που έχει πετύχει πραγματικά μηδενικά απόβλητα.

Όμως ενώ η εταιρεία, εξακολουθεί να στηρίζει τη λειτουργική της κερδοφορία κυρίως στους μεγάλους όγκους παραγωγής, τα τελευταία χρόνια επενδύει πιο συστηματικά και σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, επιχειρώντας να συνδέσει το παραδοσιακό προϊόν των ζυμαρικών με τις σύγχρονες διατροφικές τάσεις.
Πρόκειται για μια κατηγορία που θεωρείται στρατηγικής σημασίας για την εταιρεία, καθώς της επιτρέπει να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία σε ταχύτερα αναπτυσσόμενα τμήματα της αγοράς τροφίμων, πέρα από το παραδοσιακό commodity pasta, όπου ο ανταγωνισμός τιμών παραμένει ιδιαίτερα έντονος.
Προς αυτή την κατεύθυνση, το σημαντικότερο βήμα ήταν η κυκλοφορία, το 2024, της σειράς ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη, που βασίστηκε σε πενταετή επιστημονική έρευνα και κλινικές μελέτες, ώστε να αναπτυχθούν προϊόντα που να διατηρούν τη γεύση και τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών ζυμαρικών, αλλά με καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο και πιο ισορροπημένο διατροφικό προφίλ.