1. Home
  2. Το πρωτοσέλιδο
  3. Ελληνική οικονομία: Από τη μακροοικονομική σταθερότητα στην ανάπτυξη με κοινωνικό αντίκρισμα. Του Χρήστου Σταϊκούρα
Ελληνική οικονομία: Από τη μακροοικονομική σταθερότητα στην ανάπτυξη με κοινωνικό αντίκρισμα. Του Χρήστου Σταϊκούρα

Ελληνική οικονομία: Από τη μακροοικονομική σταθερότητα στην ανάπτυξη με κοινωνικό αντίκρισμα. Του Χρήστου Σταϊκούρα

0

Βουλευτή ΝΔ. Καθηγητή ΟΠΑ Πρώην Υπουργό Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025).

Η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της μια δύσκολη περίοδο και έχει διαμορφώσει μια ισχυρότερη θέση στο ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον. Η αναπτυξιακή δυναμική, η βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων, η ενίσχυση της απασχόλησης και η αποκατάσταση της επενδυτικής εμπιστοσύνης συνθέτουν μια εικόνα ουσιαστικής προόδου.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων και οικονομικής αβεβαιότητας, η Ελλάδα καταφέρνει να διατηρεί τη δημοσιονομική της αξιοπιστία και να κινείται σε τροχιά ανάπτυξης. Το επόμενο στοίχημα, ωστόσο, είναι η μετατροπή αυτής της προόδου σε ακόμη πιο απτά οφέλη για την κοινωνία.

Συγκεκριμένα, για έβδομη συνεχόμενη χρονιά, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να καταγράψει ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρώπης έχει περιοριστεί σημαντικά από το 2019 και αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω.

Θετική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας, με την ανεργία να ακολουθεί πτωτική πορεία και να εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη, καταγράφοντας σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία συνδέονται κυρίως με την ανάπτυξη, την αύξηση της απασχόλησης και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να σημειώσει για έβδομη διαδοχική χρονιά τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν προϋποθέσεις περαιτέρω σύγκλισης με την Ευρώπη, καθώς η απόσταση του ελληνικού κατά κεφαλήν εισοδήματος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εκτιμάται ότι θα περιοριστεί.

Όμως, παρά τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να πιέζεται από το κόστος ζωής. Ο επίμονος πληθωρισμός, το υψηλό κόστος στέγασης, η αίσθηση περιορισμένου ανταγωνισμού σε επιμέρους αγορές, το υψηλό ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος και οι ανησυχίες για τις ανισότητες διατηρούν την απόσταση ανάμεσα στη μακροοικονομική εικόνα και την καθημερινότητα των πολιτών.

Ενδεικτικά, η κατά κεφαλήν πραγματική κατανάλωση στην Ελλάδα, ως ποσοστό του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυξήθηκε από 77% το 2019 σε 80% το 2023, καταγράφοντας βελτίωση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, ο δείκτης παρέμεινε στο 80% το 2025. Η επίμονη ακρίβεια και η αύξηση του κόστους διαβίωσης τα τελευταία δύο χρόνια ροκανίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, περιορίζοντας την αγοραστική τους δύναμη και εμποδίζοντας τη συνέχιση της προηγούμενης βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.

Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούν τη συνολική πρόοδο. Υπογραμμίζουν, όμως, την ανάγκη να ενισχυθεί η αναπτυξιακή δυναμική και να μεταφράζεται πιο άμεσα σε βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης.

Επιπλέον, η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και των αναγκών της οικονομίας, το υψηλό κόστος στέγασης και οι περιφερειακές ανισότητες εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς παραμένει κρίσιμη προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Η Ελλάδα έχει ενισχύσει την οικονομική της αξιοπιστία και τη θέση της στην Ευρώπη. Η επόμενη πρόκληση είναι να αποκτήσει η ανάπτυξη μεγαλύτερο κοινωνικό αποτύπωμα.

Η δημοσιονομική υπευθυνότητα και η αναπτυξιακή δυναμική αποτελούν σημαντικά κεκτημένα. Η επιτυχία της επόμενης περιόδου θα κριθεί από το κατά πόσο θα μετατραπούν σε καλύτερες συνθήκες ζωής για όλους.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας: μια βιώσιμη ανάπτυξη με μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και ουσιαστικές προοπτικές για το μέλλον.