Έχουν ήδη περάσει σε μεγάλο μέρος της αγοράς, τα ακριβότερα επιτόκια που δημιούργησε η αύξηση της ΕΚΤ
Έχουν ήδη περάσει οι αυξήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σχεδόν εξ ολοκλήρου στις δόσεις των υφιστάμενων δανείων, που είναι με κυμαινόμενα επιτόκια, ανάλογα και με τη χρονική ωρίμαση του δανείου, με τα επιτόκια της ΕΚΤ να έχουν στενή σχέση με τα σταθερά επιτόκια των νέων δανείων, ενώ με τα επιτόκια Euribor τριμήνου στα οποία βασίζονται σχεδόν όλα τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, η Τράπεζα Πειραιώς δίνει και κάποια δάνεια με μηνιαίο Euribor που έχει μια μικρή απόκλιση από αυτό του τριμήνου.
Συγκεκριμένα, έχουν ήδη αυξηθεί από τον Ιούνιο τα επιτόκια του Euribor τριμήνου και κινούνται πάνω από το 2,44% έως και πάνω από 2,60% κάποιες ημέρες, έχοντας σημασία πότε υπολογίζει η τράπεζα τον εκτοκισμό με βάση τη σύμβαση του δανείου και επίσης σε ποια χρονική φάση είναι ένα στεγαστικό δάνειο που μπορεί να είναι για παράδειγμα σταθερό για τα πρώτα 10 χρόνια.
Όμως, η αύξηση είναι μικρότερη στην πραγματική μηνιαία δόση, γιατί αυτή περιλαμβάνει και αποπληρωμή κεφαλαίου, καθώς σε στεγαστικό 100.000 ευρώ με περίπου 20 χρόνια να απομένουν, η αύξηση επιτοκίου κατά 0,20-0,30 της ποσοστιαίας μονάδας ανεβάζει τη δόση περίπου κατά 10-16 ευρώ τον μήνα, ενώ σε επιχειρηματικό ή επαγγελματικό δάνειο με περίπου 10 χρόνια να απομένουν, η αύξηση είναι κοντά στα 10-15 ευρώ τον μήνα ανά 100.000 ευρώ.
Βέβαια η επιβάρυνση, όσο πιο νέο είναι το δάνειο, τόσο μεγαλύτερη είναι συνήθως αυτή, εφόσον δεν έχει διάρθρωση με σταθερά επιτόκια τα πρώτα χρόνια, επειδή απομένει μεγαλύτερο κεφάλαιο, καθώς στην περίπτωση που από ένα αρχικό δάνειο 100.000 ευρώ έχουν απομείνει μόνο 50.000 ευρώ, η ίδια αύξηση επιτοκίου επιβαρύνει περίπου το μισό ποσό.
Παράλληλα, αλλάζοντας κάθε μέρα το Euribor, αυτό δεν σημαίνει ότι η δόση αλλάζει με τον ίδιο ρυθμό, αφού αν το δάνειο είναι συνδεδεμένο με Euribor τριμήνου, η τράπεζα υπολογίζει το νέο επιτόκιο στην ημερομηνία που προβλέπει η σύμβαση, συνήθως ανά τρεις μήνες. Παίρνει το νέο Euribor, προσθέτει το συμφωνημένο περιθώριο της και πάνω σε αυτό υπολογίζεται η νέα δόση.
Την ίδια στιγμή, μπορεί να συμφωνήσει μια επιχείρηση που έχει μεγάλο δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο με μια τράπεζα, να κλειδώσει το επιτόκιο για μέρος ή για όλο το ποσό. Για παράδειγμα, μια εταιρεία έχει δάνειο 10 εκατ. ευρώ με Euribor συν 1,5%, αν φοβάται ότι το Euribor θα συνεχίσει να ανεβαίνει, μπορεί να κάνει μια συμφωνία με την τράπεζα ώστε για τα επόμενα τρία ή πέντε χρόνια να πληρώνει ουσιαστικά ένα σταθερό επιτόκιο.
Ταυτοχρόνως, αν το Euribor ανέβει περισσότερο, η επιχείρηση προστατεύεται, αν όμως πέσει, δεν επωφελείται πλήρως από την πτώση. Υπάρχει και δεύτερη λύση, η επιχείρηση να πληρώνει ένα ποσό, ώστε να βάλει ταβάνι στο επιτόκιο. Ακόμα, για παράδειγμα, συμφωνεί ότι αν το Euribor ανέβει πολύ, εκείνη δεν θα πληρώνει πάνω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο, κάτι που είναι σαν ασφάλεια απέναντι σε μεγάλη άνοδο των επιτοκίων.
Όσον αφορά τα σταθερά επιτόκια, οι αυξήσεις της ΕΚΤ δεν επηρεάζουν πιο άμεσα τα νέα δάνεια παρά τα κυμαινόμενα, που επηρεάζονται από την αγορά του Euribor, με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να ανεβάζει σταδιακά το κόστος, με την τράπεζα εδώ, να κοιτάζει πόσο κοστίζει σήμερα στην αγορά να “ασφαλισει” χρήμα για πολλά χρόνια.
Φυσικά, για ένα σταθερό επιτόκιο δέκα ετών έχει μεγαλύτερη σημασία το κόστος της αγοράς για τη δεκαετία, για ένα εικοσαετές η εικοσαετία και αντίστοιχα για μεγαλύτερες διάρκειες, με τα ομόλογα επίσης να συνδέονται με αυτή την τιμολόγηση.
Ειδικότερα, όταν ανεβαίνουν οι αποδόσεις των κρατικών και τραπεζικών ομολόγων, αυξάνεται συνήθως και το κόστος με το οποίο οι ίδιες οι τράπεζες δανείζονται από τις αγορές. Αυτό περνά στα νέα σταθερά στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, με τις τράπεζες να αυξάνουν τα καθαρά έσοδα τους από τόκους, από την άνοδο των επιτοκίων.
Τελικά, για τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες υπολογίζεται ότι η άνοδος κατά 0,25% των επιτοκίων φέρνει συνολικά αύξηση των εσόδων τους κατά 135 εκατ. ευρώ, με την Εθνική Τράπεζα να παρουσιάζει αύξηση 40 εκατ. ευρώ, την Πειραιώς 40 εκατ. ευρώ, την Eurobank 35 εκατ. ευρώ και την Alpha Bank 20 εκατ. ευρώ.