Πολύ ικανές να απορροφήσουν τα εξωτερικά σοκ, είναι οι ελληνικές τράπεζες, σημειώνει η DBRS
Ισχυρά θεμελιώδη πιστωτικά μεγέθη, διατήρησαν οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες Eurobank, Alpha Bank, Εθνική Τράπεζα και Πειραιώς, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης Morningstar DBRS, υποστηριζόμενες από την ανθεκτική κερδοφορία, τη σταθερή ποιότητα ενεργητικού, την ισχυρή αύξηση των δανείων και τις υγιείς θέσεις χρηματοδότησης και κεφαλαίου.
Παρόλο που οι εξωτερικοί κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι, οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 από μια θέση ισχύος, με την ανθεκτική κερδοφορία, τα υγιή αποθέματα προβλέψεων, την άφθονη χρηματοδότηση και τους κεφαλαιακούς πόρους να παρέχουν την ικανότητα απορρόφησης πιθανών κλυδωνισμών.
Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROΤE) παραμένει ισχυρή
Βέβαια, συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 2,4 δισ. ευρώ, ανακοίνωσαν οι τράπεζες στο πρώτο εξάμηνο, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση, ή 11% εξαιρουμένων των έκτακτων στοιχείων, με την μέση απόδοση των ιδίων κεφαλαίων (ROΤE) να παραμένει ισχυρή σε περίπου 12%.
Φυσικά, από τα ανθεκτικά καθαρά έσοδα από τόκους (NII), υποστηρίχθηκε η αύξηση των εσόδων, η ισχυρή αύξηση των δανείων και τα υψηλότερα έσοδα από προμήθειες, αντανακλώντας τη βελτίωση της διαφοροποίησης των εσόδων, ενώ παρά το υψηλότερο λειτουργικό κόστος, η λειτουργική κερδοφορία παρέμεινε ανθεκτική, οδηγώντας τις τράπεζες να επιβεβαιώσουν ή να αναβαθμίσουν τις προβλέψεις τους για το 2026, κυρίως λόγω βελτιωμένων παραδοχών για τα καθαρά περιθώρια τόκων, την αύξηση των δανείων και τα έσοδα από προμήθειες.
Συνετές προβλέψεις για αντιμετώπιση των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων
Ωστόσο το πιστωτικό κόστος μειώθηκε περαιτέρω, όπως σημειώνει ο οίκος, αν και οι τράπεζες διατήρησαν συνετές προβλέψεις για την αντιμετώπιση των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και επιλεγμένων παλαιών κινδύνων, με την ποιότητα του ενεργητικού να παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή, υποστηριζόμενη από τον περιορισμένο σχηματισμό νέων προβληματικών δανείων, τη συνεχιζόμενη μείωση του κινδύνου και την ισχυρή πιστωτική επέκταση.
Την ίδια στιγμή, συνεχίζουν να επωφελούνται οι ελληνικές τράπεζες από ένα από τα ισχυρότερα προφίλ ανάπτυξης δανείων στην Ευρώπη, υποστηριζόμενο από εταιρικά δάνεια που συνδέονται με επενδυτική δραστηριότητα, έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και ευνοϊκές εγχώριες οικονομικές συνθήκες.
Η ανάκαμψη αντανακλά τη βελτίωση της ζήτησης πιστώσεων
Παρά το γεγονός πως η αύξηση των εταιρικών δανείων έχει μετριαστεί, σύμφωνα με την DBRS, παρέμεινε ισχυρή σε περίπου 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, που είναι περίπου 4%, με τα δάνεια προς τα νοικοκυριά να συνεχίζουν επίσης να ανακάμπτουν, αυξανόμενα κατά περίπου 2,8% σε ετήσια βάση και ευθυγραμμιζόμενα σε γενικές γραμμές με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, που είναι 2,9%.
Επίσης, η ανάκαμψη αντανακλά τη βελτίωση της ζήτησης πιστώσεων, αν και ο δανεισμός των νοικοκυριών παραμένει περιορισμένος από την κληρονομιά του παρατεταμένου κύκλου απομόχλευσης της Ελλάδας και την υποτονική δραστηριότητα στην αγορά στεγαστικών δανείων.
Οι τράπεζες επωφελούνται από ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης
Όμως, ενώ η ποιότητα του ενεργητικού θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κάποια πίεση από ένα ασθενέστερο λειτουργικό περιβάλλον, τα ισχυρά “αποθέματα” κερδών και δανείων παρέχουν σημαντική ικανότητα απορρόφησης ζημιών και όπως τονίζει ο οίκος, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να επωφελούνται από ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, υποστηριζόμενα από την αυξανόμενη καταθετική βάση και τη βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά.
Παράλληλα, παρά την ανάπτυξη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τις υψηλότερες διανομές κεφαλαίων, η κεφαλαιοποίηση παραμένει ισχυρή, υποστηριζόμενη από την ισχυρή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου, τα άνετα κανονιστικά αποθέματα ασφαλείας και τη βελτίωση της ποιότητας του κεφαλαίου.
Οι τράπεζες συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη επιχειρήσεων
Όσον αφορά τον μέσο δείκτη CET1, στο τέλος Ιουνίου μειώθηκε στο 14,9% από 15,5% στο έτος 2025, ενώ ο μέσος δείκτης συνολικού κεφαλαίου μειώθηκε στο 19,7% από 20,1%, αλλά παρ’ όλα αυτά, τα ρυθμιστικά αποθέματα παραμένουν άνετα, με μέσο απόθεμα CET1 περίπου 470 μονάδες βάσης πάνω από τις ελάχιστες απαιτήσεις.
Ταυτοχρόνως, η DBRS αναμένει ότι οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας θα μειωθούν μέτρια το 2026, αφού οι τράπεζες συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και να διαθέτουν κεφάλαια μέσω διανομών και επιλεκτικών εξαγορών, με την ποιότητα του κεφαλαίου να βελτιώνεται περαιτέρω και τα DTCs αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% του κεφαλαίου CET1 στο τέλος Ιουνίου 2026, μειωμένα από 43% στο έτος 2025.